Οι Όρνιθες του Αριστοφάνη

Οι Όρνιθες του Αριστοφάνη

Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε περίπου το 445 π.Χ. , και έζησε στην Αθήνα. Βίωσε μία εποχή, όπου η σταδιακή φθορά των κοινωνικών ηθών και των πολιτικών θεσμών, εξαιτίας της τροπής του πελοποννησιακού πολέμου, ήταν πλέον εμφανής. Αναπολούσε το μεγαλείο και το ένδοξο παρελθόν της Αθήνας και ασχολήθηκε με την κωμωδία. Στην αρχή της πορείας του και μέχρι το 421 π.Χ. ασχολήθηκε με την διακωμώδηση των πολιτικών πραγμάτων χρησιμοποιώντας θέματα της αθηναϊκής επικαιρότητας που είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μέσα από αυτά προέτρεπε τους Αθηναίους για εξεύρεση κάποιας λύσης. Ύστερα από την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελίασυνέχισε τα έργα του με στροφή σε «ουτοπίες», δίνοντας έτσι μία φανταστική διάσταση σε αυτά, προσπαθώντας να καυτηριάσει την πολιτική που πλέον είχε καταλήξει να είναι «αδιέξοδη».  

Η συμμετοχή του στους δραματικούς αγώνες ξεκίνησε από μικρή ηλικία το 427 π.Χ. και αναγνωρίστηκε ως ο κορυφαίος στο είδος της αρχαίας κωμωδίας. Μέσα από τα έντεκα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη φαίνεται η δημιουργική του πορεία ως κωμικού και γενικά η εξέλιξη της δομής του συγκεκριμένου είδους, εφόσον καλύπτουν όλες τις χρονικές περιόδους του.  

Τα δομικά μέρη που συνθέτουν την αρχαιοελληνική κωμωδία είναι η παράβαση και ο αγώνας. Η χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας στις στιχομυθίες μεταξύ του χορού και των υποκριτών σε συνδυασμό με την παιχνιδιάρικη διάθεση του Αριστοφάνη προσφέρουν γέλιο στο κοινό που παρακολουθεί την παράσταση. Εξίσου σημαντικό για το ψυχαγωγικό μέρος της κωμωδίας είναι η επιλογή των σκευών τόσο του χορού όσο και των ηθοποιών, το «σενάριο» και η διαλεκτική σχέση μεταξύ του κοινού και των μελών της παράστασης που στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό.  

Ο ποιητής λόγω της δεξιοτεχνίας του λόγου χρησιμοποιεί την τεχνική της «συσσώρευσης». Με αυτήν προσπαθεί να δώσει φωνολογική ένταση σε μία σειρά λέξεων, όπου ανάλογα με την θεματολογία του έργου του εξέφραζε  είτε την συναισθηματική φόρτιση που προέκυπτε από κάποιο συμβάν, είτε επιθυμώντας να διακωμωδήσει άλλους γλωσσικούς κλάδους, όπως είναι η ρητορική. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση των παρομοιώσεων, των βωμολοχιών, των λογοπαίγνιων και άλλων γλωσσικών σχημάτων που εντάσσει στα κείμενα του.  

 Οι Όρνιθες είναι μία από τις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη που γοητεύει με την παραμυθένια φαντασία της και χαρακτηρίζεται από την πολλή μεγάλη έκταση, από την συμμετοχή στο έργο πολλών προσώπων και από την έντονη λυρική της διάθεση. Παρουσιάστηκε η διδασκαλία της για πρώτη φορά στα Μεγάλα Διονύσια το 414 π.Χ., από τον Καλλίστρατο, όπου και απέσπασε τη δεύτερη νίκη.  

Ο ποιητής χρησιμοποιεί συμβολικά την ίδρυση μιας πόλης, όπου τα μέλη της είναι πουλιά και την αντιπαραθέτει με την πόλη των Αθηνών. Καταλήγει πως ακόμα και στην ιδεατή της μορφή θα συνεχίσει να έχει τα δυσμενή χαρακτηριστικά της πόλης του. Το σενάριό του αφηγείται την ιστορία δύο Αθηναίων σε μέση ηλικία που ξεκινούν την αναζήτηση για την ανεύρεση ενός ήσυχου τόπου, κουρασμένοι από τις συκοφαντίες και την τάση για «δικομανία» που επικρατεί στην πατρίδα τους (στ. 41-48). Βρίσκουν τις όρνιθες και συναποφασίζουν να ιδρύσουν την Νεφελοκοκκυγία, μία πόλη που θα ήταν εναέρια στο μεσοδιάστημα ουρανού και γης. Οι προσδοκίες τους όμως διαψεύστηκαν και φάνηκε ότι η επιθυμία τους ήταν «ουτοπική», εφόσον η πορεία μιας πόλης συνεξαρτάται από τους χαρακτήρες των ατόμων που την κατοικούν.  

Η κωμική παράσταση παρουσιαζόταν σε ισόπεδη σκηνή. Υποθέτουμε ότι τοποθετήθηκαν μικρές εξέδρες σε κωνοειδές σχήμα περιμετρικά της κεντρικής εισόδου της φωλιάς του τσαλαπετεινού. Τέσσερεις σε σύνολο αποτελούσαν τους λόφους που στάθηκαν οι μουσικοί της παρόδου. Η σκηνογραφία της σκηνής πρέπει να περιλάμβανε βραχώδεις κατασκευές, δέντρα ή θάμνους.  Τα προσωπεία που ήταν αναγνωρίσιμα από το ακροατήριο ήταν του Μέτωνα, αν και γελοιογραφικά σχεδιασμένο, και του Ιερέα λόγω του σχήματός του. Γνωστές κωμικές φιγούρες υποθέτουμε πως ήταν οι ρόλοι του Ποιητή, του Χρησμολόγου, του Επιθεωρητή και του Νομοπώλη. (Κακριδής, σελ. 10-12).Τυπική εμφάνιση είχαν οι μορφές των πουλιών, τα οποία παρουσιάζονται με λοφίο τοποθετημένο στο κεφάλι, με ράμφος και φτερούγες στις θέσεις των χεριών. Ωστόσο υπάρχει ποικιλομορφία σκευής στα μέλη του χορού, ως προς το χρώμα ή το σχήμα τους.  

1.Η σκηνή με τον Ιερέα

Μετά την ολοκλήρωση της πλοκής και της εξέλιξης των γεγονότων που διαδραματίζονται στην Παράβαση, ο ποιητής συνεχίζει την πλοκή του έργου του, με μια σειρά επεισοδίων, υπό μορφή αυτοτελών διαλόγων, τις λεγόμενες «ιαμβικές» σκηνές. Στην συγκεκριμένη φάση ο ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει μερικούς «παράσιτους» επισκέπτες, εκ των οποίων άλλοι  εμφανίζονται με σκοπό να παραπονεθούν επειδή ενοχλούνται από την ίδρυση της νέας πόλης, της «Νεφελοκοκκυγίας» και άλλοι με σκοπό να δραστηριοποιηθούν και να επωφεληθούν από την νέα αυτή πολιτεία.   

Με αφορμή την μελλοντική ίδρυση της νέας πόλης έχουμε αρχικά την εμφάνιση του ιερέα (στ. 899-947), που σύμφωνα με τα πολιτισμικά έθιμα της εποχής, έχει αναλάβει να εκτελέσει όλες τις καθορισμένες ενέργειες που προβλέπει η θρησκευτική διαδικασία για την τέλεση του αγιασμού και της θυσίας. Ο ιερέας συνοδεύεται από έναν αυλητή με τη μορφή κόρακα, («καπιστρωμένο κόρακα» (στ. 909), όπως τον αποκαλεί ο Πεισέταιρος, επειδή φοράει καπίστρι δερμάτινο με σκοπό να συγκρατεί τον αυλό στο στόμα του και να μπορεί να παίζει τη μελωδία (στ. 906). Στη συγκεκριμένη σκηνή μόνον έχουμε και τη συμμετοχή του Χορού με στροφή (στ.899-906) και αντιστροφή (στ.940-947). Ο χορός αρχίζει κανονικά τους ύμνους προς τους θεούς με την συνοδεία του αυλητή κόρακα. Στους στίχους 899-906 προαναγγέλλει την πρόθεσή του να παρωδήσει την υφολογικά άκρατη θρησκευτική επισημότητα της εποχής του. Οδεύει προς το στόχο του αποδίδοντας στον ιερέα τα «εμπαικτικά λόγια» σε πεζή αφήγηση, τα οποία δεν είναι αναμενόμενα για το κοινό, λόγω της ιδιότητάς του.  

Η θρησκευτική τελετουργία, που όλο το τυπικό της μέρος και το ύφος της αποτελεί μια παρωδία, αρχίζει κανονικά και προκαλεί κωμικότητα και γέλιο από τα διάφορα ευτράπελα που δημιουργούνται. Αρχική παρατυπία αποτελεί το τελετουργικό γεγονός της θυσίας, που καλείται ο ιερέας να τελέσει χωρίς ακόμα να έχει ιδρυθεί η νέα πόλη, εφόσον σύμφωνα με την πολιτισμική παράδοση ήταν καθιερωμένη να πραγματοποιείται μετά την ίδρυσή της. 

Οι αδιάκοπες επικλητικές αναφορές του ιερέα προς τους θεούς είναι τραγελαφικές, καθώς ακολουθεί μια ανάμειξη μεταξύ των ονομάτων των θεών του Ολύμπου, διαφόρων ηρώων και των ονομάτων των πουλιών. Σύμφωνα με το καθιερωμένο έθιμο ξεκινάει η δέηση προς την Εστία, την οποία παραλληλίζει με την «πουλερική», που είναι υπεύθυνη για την προστασία  του οίκου και της οικογένειας. Συνεχίζει με τον Δία, που τον παραλληλίζει με τον «περδικογέρακα» και ειρωνικά αναφερόμενος στο πρόσωπό του, τον περιγράφει ως «προστάτη της εστίας» πιθανότατα εξαιτίας της ροπής του να αρπάζει όλες τις προσφορές από τον βωμό της θυσίας, κ.ο.κ.. Έπειτα ακολουθεί ροή επικλήσεων με αστείες μείξεις προσφωνήσεων στα πουλιά με κάθετη ιεράρχηση ανά λειτουργικό αξίωμα.

 Όμως, το θυσιαζόμενο ζώο είναι πολύ αδύνατο, και τελικά δεν είναι αρκετό για όλους αυτούς που προσκαλεί ο ιερέας {«αχ πετσί και κόκαλο είναι το σφαχτάρι» (στ. 947)}. Ο Πεισέταιρος εξοργίζεται τόσο πολύ, αφενός με την παραφωνία του «κόρακα» που ήταν ανυπόφορη με αποτέλεσμα να μην αντέχει άλλο να τον ακούει και αφετέρου με την αλλοπρόσαλλη στάση του ιερέα που αναγκάζεται να τους διώξει {«πάψε που να σε πάρουν τα όρνια, πάψε» (στ. 932)} και να συνεχίσει ο ίδιος την θυσία εντελώς μόνος του.  

2. Η σκηνή με τον Ποιητή

Στη σκηνή (στ. 949-1001) προσέρχεται ένας ποιητής, ο οποίος κατέφτασε απρόσκλητος. Ζητιάνος στην όψη, με μακριά μαλλιά (στ. 956) και ντυμένος με φτωχικά ρούχα {«ακούραστο» (στ. 961)} διέκοψε ξαφνικά την θυσία. Ισχυρίζεται πως τραγουδάει ύμνους που εμπνεύστηκε και έγραψε ο ίδιος, προκειμένου να δοξάσει την πόλη της «Νεφελοκοκκυγίας» (στ.967). Ο πραγματικός του όμως σκοπός είναι να ζητιανέψει (στ. 975-977). Οι στίχοι του ποιητή είναι ένα ανακάτεμα διάσπαρτων στίχων από τα έπη του Ομήρου (στ. 953-960) σε συνδυασμό με το ποιητικό ύφος του Σιμωνίδη (στ. 963-965), αλλά και στίχους από το ποίημα του Πινδάρου που είχε συνθέσει για τον Ιέρωνα, όταν ίδρυσε την πόλη της Αίτνας στη Σικελία (στ. 973-974). Ο Πεισέταιρος προβληματίζεται για το γεγονός της ταχύτατης διάδοσης των νέων σχετικά με την ίδρυση της νέας πόλης που μόλις ξεκίνησαν να διαμορφώνουν (στ. 966, 968-970). Για να καταφέρει να τον διώξει το συντομότερο δυνατόν από την πόλη του και να τον ξεφορτωθεί, προτρέπει ένα δούλο να χαρίσει τα ενδύματά του στον ποιητή και έτσι αυτός αποχωρεί χαρούμενος και ευτυχισμένος (στ. 978-994). 

Τα κωμικά στοιχεία στη συγκεκριμένη σκηνή προέρχονται από την γελοιοποίηση διαφόρων  μεγάλων ποιητών και την επιτιμητική αντιμετώπισή του απέναντι στην τέχνη της λυρικής ποίησης με ένα τρόπο που να προσφέρει γέλιο στο κοινό του. Ο Αριστοφάνης εντάσσει κάποιους στερεότυπους στίχους, σταθερά μοτίβα της υψηλής ποίησης προγενέστερων ποιητών που έχουν μεταφερθεί σε στίχους ταπεινούς εξυπηρετώντας τους σκοπούς της κωμωδίας και δημιουργώντας την αντίθεση «έντεχνου – καθομιλουμένου ή περιπαικτικού» λόγου προσφέρει περισσότερο γέλιο (στ. 971-977). Δημιουργεί εικόνα αντίθεσης ανάμεσα στην φτωχική σκευή του ποιητή και στον περίτεχνο, πομπώδη λόγο του. Τελικά, ο ίδιος όπως φάνηκε ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τα υλικά αγαθά παρά για την τέχνη του.   

3.Η σκηνή με τον Χρησμολόγο

Το δεύτερο πρόσωπο που διακόπτει την τελετουργία της θυσίας είναι ο χρησμολόγος.Απρόσκλητος επισκέπτης δεύτερος σε σειρά (στ.1002-1034), ο οποίος την ώρα που εμφανίζεται ζητά τη παύση της τελετής και προσπαθεί να εμποδίσει τον Πεισέταιρο να συνεχίσει την διαδικασία. Προβάλλει ως επιχείρημα πως η πρόθεσή του είναι να ανακοινώσει τον χρησμό του Βάκη, ο οποίος αφορά την Νεφελοκοκκυγία. Ο Πεισέταιρος άκουγε τα λόγια του Χρησμολόγου, ο οποίος υποστήριζε πως είχε ως καθήκον να ενημερώσει ασκώντας τη μαντική του τέχνη για τα μελλούμενα της πόλης. Στο σημείο αυτό ειρωνεύεται όσους με ευκολία πιστεύουν και ασπάζονται τους χρησμούς που δίνουν οι μάντεις με αποτέλεσμα να καταλήγουν θύματα των κακόβουλων ανθρώπων που αποβλέπουν σε προσωπικά υλικά οφέλη. Κατά την συνδιάλεξή τους συνειδητοποίησε ότι είναι απατεώνας και επιτήδειος, με αποτέλεσμα να οργιστεί. Επινόησε και επικαλέστηκε έναν «άλλο» χρησμό που απέδωσε αναληθώς στον Απόλλωνα, προκειμένου να τον ενημερώσει τον συμφεροντολόγο επισκέπτη του, πως για τις προθέσεις και τις ενέργειές του θα πρέπει να τον τιμωρήσει με το βίαιο διωγμό του κατόπιν ξυλοδαρμού (στ.1025-1027).  Την εποχή εκείνη είχε αυξηθεί ο αριθμός των χρησμολόγων, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει έναν αριθμό έμμετρων χρησμών, τους οποίους είτε τους παρείχαν σε άλλους είτε τους νοηματοδοτούσαν οι ίδιοι. 

Ο Πεισέταιρος στην αρχή του διαλόγου του με τον ρακένδυτο ποιητή δείχνει αρκετή ανοχή. Στη συνέχεια όμως, η υπομονή του εμφανώς εξαντλείται και ο λόγος είναι πως η δεύτερη επίσκεψη που δέχεται από φιλόδοξο τυχοδιώκτη με αποτέλεσμα να τον διώξει πριν ακόμα προλάβει να ολοκληρώσει την συνομιλία που θα εξηγούσε τους λόγους της επισκέψεώς του. Επομένως, αναμενόμενο είναι στις επόμενες σκηνές να παρατηρούμε μία μείωση της έκτασης των στίχων, που η οποία φυσικά ασκεί επίδραση στο μέτρο, αλλά και στο ρυθμό του έργου. Παρωδείται λοιπόν, τόσο ο ρυθμός και ο δακτυλικός εξάμετρος που χρησιμοποιείται στους στίχους της εξιστόρησης του χρησμού όσο και τα αντίστοιχα ποιητικά δημιουργήματα της εποχής που χρησιμοποιούν την ίδια συνθετική δομή.    

4.Η σκηνή με τον Μέτωνα

Ο επόμενος παρείσακτος επισκέπτης της νέας πόλης είναι ο Μέτωνας (στ. 1035-1066). Εμφανίζεται στη σκηνή ως μοναδικό πρόσωπο με πραγματική ταυτότητα που επισκέπτεται τη Νεφελοκοκκυγία, και οι ιδιότητές του ήταν αυτές του γεωμέτρη και του αστρονόμου. Στην πραγματικότητα ήταν σπουδαίος επιστήμονας της εποχής. Πρόθεση του και παράλληλα αίτημα προς τον Πεισέταιρο ήταν να «γεωμετρήσει» και να «πολεοδομήσει» την πόλη του, τη γη και τον αέρα.

Παρουσιάζεται ιδιότροπος, ματαιόδοξος και υπερόπτης, να στέκεται πάνω σε κοθόρνους (στ. 1037) και κουβαλώντας μαζί τα μετρικά του εργαλεία, να έχει την απαίτηση να μετρήσει την Νεφελοκοκκυγία. Ο Πεισέταιρος αφού τον ενημέρωσε για την πορεία της συνάντησής τους άρχισε να τον δέρνει λέγοντάς του πως η αντιμετώπιση των πολιτών του νέου αυτού τόπου σε ξένους και «αγύρτες» θα είναι «ξύλο», όπως ήδη έχουμε δει και στην περίπτωση του Ποιητή.

Ο Μέτωνας, συγκρινόμενος με τους υπόλοιπους απρόσκλητους επισκέπτες στη νεοϊδρυθείσα πόλη, δεν απέβλεπε στην ικανοποίηση υλικών επιδιώξεων. Η μοναδική του προσδοκία ήταν να υλοποιήσει τις πολεοδομικές του ιδέες σε μια υπό διαμόρφωση «εδαφική περιφέρεια». Ωστόσο, παρά τα καλόπιστα κίνητρά του δεν κατάφερε να γίνει αποδεκτό το αίτημά του και διώχτηκε κακήν κακώς δεχόμενος το ξυλοκόπημα και τις απειλές του Πεισέταιρου. 

Επιχειρεί τη μέτρηση του «αέρα» με τη χρήση χαράκων. Παρομοιάζει τον αέρα με τον φούρνο, ως προς το σχήμα και αναφέρεται με αδρομερή περιγραφή στην μεθοδολογική προσέγγιση της εργασίας που θέλει να ολοκληρώσει, δηλαδή της μέτρησης και της εσωτερικής χωροταξικής διαμόρφωσης της νεοσυσταθείσας πόλεως. Σχεδιάζει μια πόλη κυκλικού σχήματος που στη μέση (κέντρο του κύκλου) θα βρίσκεται η αγορά της και από εκεί θα αρχίζουν ισομήκεις ομόκεντρες οδούς γύρω από το κέντρο της.

Το σκηνικό που εκτυλίσσεται μεταξύ Μέτωνα και Πεισέταιρου σκιαγραφεί μεταφορικά την το χάσμα μεταξύ της γνωστικής έπαρσης και δημιουργικότητας ενός ανθρώπου που εκπροσωπεί τον επιστημονικό χώρο και ενός απλού ανθρώπου, όπως είναι ο δεύτερος. Ο Πεισέταιρος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το νόημα της διαδικασίας που περιγράφει ο Μέτων για την μέτρηση της πόλεως και γι’ αυτό έχουμε μακροσκελείς στιχομυθίες του στις οποίες η συμμετοχή του Πεισέταιρου είναι ελάχιστη (στ. 1038-1054). Η απάντησή του ξεκινά στον στίχο 1055, όπου πλέον τον προειδοποιεί πως αν θέλει το καλό του, τότε να φύγει από την πόλη του γιατί αλλιώς κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα. Τελικά και ενόσω ο Μένων δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του λόγου του Πεισέταιρου, διωγμένος και κατακρημνισμένος από τους κοθόρνους του εγκατέλειψε τη Νεφελοκοκκυγία.

Σκοπός του Αριστοφάνη μέσα από τη διαλεκτική αντιπαράθεση Πεισέταιρου και Μέτωνα δείχνει πως η κοινή λογική των αρχαίων Αθηναίων υπερισχύει των υπέρμετρων φιλοδοξιών των πολιτών που εκφράζουν τον επιστημονικό χώρο ή της έπαρσης αυτών που τον εκπροσωπούν.  

5.Η σκηνή με τον Επιθεωρητή

Τέταρτος σε σειρά επισκέπτης είναι ένας άντρας καλοντυμένος και εμφανίσιμος. Προσέρχεται με την ιδιότητα του επιθεωρητή (στ. 1067-1083). Είναι δηλαδή η διακωμώδηση των απεσταλμένων εκπροσώπων της αθηναϊκής επεκτατικής πολιτικής μεθόδου, όπου καθήκον είχαν την επίβλεψη και την παρέμβαση όπου θεωρούσαν σκόπιμο ή αναγκαίο για την διατήρηση των συμμαχικών πόλεων ή όσων τελούσαν υποτελείς της. Έχει λοιπόν σταλεί από το δήμο κρατώντας νομιμοποιητικό έγγραφο από την αρχή που τον κλήρωσε αρμόδιο, και όταν φτάνει αναζητά στη Νεφελοκοκκυγία τους πρόξενους. Πρόκειται για μέλη μίας πολιτείας που εξαιτίας της ιδιαίτερης σύνδεσής τους με μια άλλη πόλη, εκούσια επωμίζονταν την υποστήριξη και την εκπροσώπηση της πόλης αυτής στην πόλη διαμονής τους. 

Ο Πεισέταιρος δεν άφησε τον Επιθεωρητή να ολοκληρώσει τα λόγια του και του πρότεινε να του δώσει «αμοιβή» και να μετά να επιστρέψει στο δήμο του χωρίς να διατελέσει την εργασία που του ανατέθηκε. Ο Επιθεωρητής συμφώνησε  και ο Πεισαίτερος τον έδιωξε κι αυτόν βιαίως από τον νέο τόπο κατοικίας του (στ. 1073-1083). Στους τελευταίους στίχους του επεισοδίου εκφράζει την αγανάκτηση και την απογοήτευσή του και για τους τόσους επισκέπτες που έχει ήδη υποδεχτεί αλλά και επειδή ενώ δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει τη θυσία για την ίδρυση της πόλης ήδη κατέφθασαν «ελεγκτές» της πολιτικής εξουσίας.  

6.Η σκηνή με τον Νομοπώλη

Μόλις ο Πεισαίτερος κατάφερε να αντικρούσει και να εκδιώξει βιαίως τον Επιθεωρητή εισέβαλλε μια νέα παρουσία στη σκηνή. Πρόκειται για την πέμπτη και τελευταία επίσκεψη του εξεταζόμενου αποσπάσματος που δέχεται στη Νεφελοκοκκυγία. Ο άντρας που εισέρχεται αναφέρει «Αν ένας Νεφελοκοκκυγιώτης πειράξει Αθηναίο….» και αυτοπροσδιορίζεται ως νομοπώλης που έχει φτάσει στον τόπο αυτό, προκειμένου να «πουλήσει νόμους». Το λειτούργημα του νομοθέτη, με τη μεταφορική του χρήση από τον Αριστοφάνη, παρουσιάζεται ως εμπορική δραστηριότητα ενός ανθρώπου, του Νομοπώλη, ο οποίος φαίνεται με υπερβολική αυστηρότητα να δημιουργεί παράλογους νόμους για κάθε διαφωνία που προκύπτει μεταξύ του ιδίου και του Πεισαίτερου. (στ. 1088-1100)

Συγκεκριμένα, οι νόμοι αυτοί είναι αντίστοιχοι με αυτούς που χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι για τον έλεγχο και την ηγεμόνευση των συμμαχικών πόλεων – κρατών. Ο Νομοπώλης μεσολαβεί κατά τη σωματική σύγκρουση του Πεισαίτερου με τον Επιθεωρητή και εξαπολύει την απειλή ότι σκοπεύει να τον μηνύσει για τον ξυλοδαρμό εντός του επόμενου μηνός. Στη σκηνή επανεμφανίζεται ο Επιθεωρητής που απειλεί και αυτός πως δεν θα αφήσει ατιμώρητο το περιστατικό (στ. 1096-1097). Τελικά όμως τόσο ο Επιθεωρητής όσο και ο Νομοπώλης υπαναχωρούν και ο Πεισαίτερος επιστρέφει για να κάνει μονάχος του τη θυσία του «τράγου» (στ.1106). 

Με μια πιο προσεκτική παρατήρηση των προσωπικοτήτων που επισκέφτηκαν τη Νεφελοκοκκυγία βλέπουμε πως η κάθε παρουσία λειτουργεί ως καρικατούρα αντιπροσωπευτικού δείγματος κάποιων υπο-ομάδων των κρατικών λειτουργών που εμπλέκονται με τη διοίκηση της αθηναϊκής πολιτείας. Ο ρόλος του Πεισέταιρου είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε το ακροατήριο της παράστασης να ταυτίζεται μαζί του και μέσω αυτού παίρνει την εκδίκησή του για την δυσάρεστη καθημερινότητα που βιώνει. 

Συμπερασματικά, ύστερα από τη μελέτη των στίχων 896-1106 από το έργο Όρνιθες του κωμικού ποιητή της κλασικής εποχής εντοπίσαμε πως ο Αριστοφάνης σκόπευε να αντλήσει τα χιουμοριστικά στοιχεία του δημιουργήματός του μέσα από την ανθρώπινη καθημερινότητα και να τα μεταφέρει αναλογικά στον κόσμο των πουλιών που διαπραγματεύεται η υπόθεσή του. Ως βοηθητικά μέσα της επιδίωξής του λειτουργούν τόσο ο εξοπλισμός των συντελεστών της παράστασης όσο και τα σκηνικά που χρησιμοποιήθηκαν. Με δεξιοτεχνία ο κωμικός ποιητής συνθέτει τους διαλόγους των πουλιών ρεαλιστικά, εφόσον αποτυπώνει τις απαντήσεις που θα έδιναν τα πουλιά εάν τους δινόταν η ικανότητα να εκφραστούν λεκτικά. Το κωμικό του στοιχείο ενισχύεται με τη «συσσώρευση» και τον «προπηλακισμό» των υποκριτών και του χορού. Οι προσωπικότητες των ανθρώπων που εμφανίζονται στο απόσπασμα είναι που ανάγκασαν τους γέροντες να τραπούν σε φυγή και είναι οι ίδιες που ο Αριστοφάνης θεωρεί ως απόβλητες και θέλει να εκδιώξει από τη νεοσυσταθείσα πόλη. Είναι μια αναλογική μικρογραφία με τον ανθρώπινο κόσμο και διαπερνάται από ανθρωπομορφική σκέψη που προβληματίζει, λόγω της ευαισθητότητας της Αθηναϊκής πόλης – κράτους. Φαίνεται να στηρίζεται έντονα στους εγκόσμιους  θεσμοθετημένους ή μη κανόνες, και γι’αυτό το λόγο  εξαρχής υπονοείται πως υπάρχει επιδίωξη υπονόμευσης στην εξουσία. Ο Πεισέταιρος στο τέλος μετατρέπεται σε τύραννο, που εμφανίζεται να έχει τη δύναμη του Δία όμως δεν είναι επαρκής στην εφαρμογή της πολιτικής του δραστηριότητας και δεν είναι τόσο δίκαιος όσο φαίνεται. Αντιθέτως αυτενεργεί κακόπιστα και επομένως η επίλυση των διαφόρων θεμάτων γίνεται με απολυταρχικό τρόπο. 

taromanteia.gr

17/08/2021 12:37 μμ.
Διάφορα θέματα