Ο Ρόλος των Δικαστηρίων στο Βυζάντιο και Μέσα για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς

1.   Ο ρόλος των δικαστηρίων

Τα θεμέλια στα οποία στηρίχθηκε το χτίσιμο του δικαστικού συστήματος, αλλά και ο κινητήριος μοχλός των πραγμάτων του Βυζαντίου, ήταν όλα ενοποιημένα στο πρόσωπο του αυτοκράτορα. Είναι έκδηλο, πως μέσα από τους μηχανισμούς των δικαστηρίων και των οργάνων τους για την απόδοση της δικαιοσύνης, ο αυτοκράτορας δημιούργησε ένα έννομο τέχνασμα με σκοπό την επιβολή της γνώμης του, αλλά και των ανθρώπων που τον πλαισίωναν στην διεκπεραίωση του δικαστικού έργου. 

Οι εκάστοτε διατάξεις, αφενός, σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις προς εξυγίανση της διαφθοράς και της ασυδοσίας και αφετέρου των καθυστερήσεων στον δικαστικό κλάδο, ήταν εμφανές ότι δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ωστόσο, το θεωρητικό δικαστικό μοτίβο που εφαρμόστηκε στην επικράτεια του Βυζαντίου είχε ως στόχο την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας ευνομούμενης και δίκαιης. 

Παρόλα αυτά, οι πρακτικές που εφαρμόστηκαν, τόσο από τα όργανα της δικαιοσύνης όσο και από τους νομικούς της εποχής, είχαν ως επακόλουθο την άδικη μεταχείριση των υπηκόων του Βυζαντίου, λόγω της αυθαίρετης δράσης τους σε πολλές περιπτώσεις. Προκειμένου να καταπολεμηθεί αυτή η ανηθικότητα ορισμένων δικαστικών εκπροσώπων, οι αυτοκράτορες προσπάθησαν να δώσουν λύσεις στον χρηματισμό με νέες συνεχείς τροποποιήσεις του δικαστικού  συστήματος.

Σταδιακά, η μετακίνηση του δικαστικού έργου από τα πολιτικά στα εκκλησιαστικά δικαστήρια, ήταν η σημαντικότερη αλλαγή για την εξαφάνιση της διαφθοράς και της αποκατάστασης της δικαιοσύνης, εφόσον οι ίδιοι οι υπήκοοι έδειξαν  εμπιστοσύνη στην αντικειμενικότητα των εκκλησιαστικών εκπροσώπων του «νόμου».

2.   Μέσα για την καταπολέμηση της διαφθοράς 

Οι αυτοκράτορες, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αντικειμενικότητα και την ακαμψία του δικαστικού συστήματος, πρόσφεραν ικανοποιητικές αμοιβές στους δικαστές, που, για την ανάληψη των καθηκόντων τους απαιτούνταν καλό επίπεδο σπουδών νομικής, ενώ έδιδαν όρκο για την αντικειμενικότητά τους απέναντι στη δικαιοσύνη. 

Στην μεταρρύθμιση του Κωνσταντίνου του Μονομάχου, στις αρχές του 11ου αιώνα, ορίστηκε υποχρεωτική για την αποδοχή των δικηγόρων και των συμβολαιογράφων στους αντίστοιχους συλλόγους, η έγκριση από τον νομοφύλακα, θέση που όρισε ο ίδιος.  

Παρά το εμφαινόμενο δομημένο δικαστικό σύστημα, αποδείχτηκε πως οι νομικοί τεχνηέντως στόχευαν σε μεγαλύτερη χρονική διάρκεια των δικών, με αποτέλεσμα την στασιμότητα του έργου της δικαιοσύνης και την αύξηση των υποθέσεων προς εκδίκαση. Λύση στο ζήτημα αυτό προσπάθησε να δώσει ο Μανουήλ Α', το 1166, με την απλοποίηση της διαδικασίας στα όρια της πρωτεύουσας, δίνοντας στη δικαιοδοσία, του μέγα δρουγγάριου της Βίγλας, του προέδρου στα δημόσια δικαστήρια, του πρωτοσικρίτη, και του δικαιοδότη,  τέσσερα νεοσυσταθέντα δικαστικά τμήματα. 

Ο μέγας δρουγγάριος, ήταν αρμόδιος για τις υποθέσεις αστικού δικαίου, ο πρόεδρος των δημόσιων δικαστηρίων για τις σωφρονιστικές υποθέσεις και για υποθέσεις ποινικού δικαίου, ο πρωτοσικρίτης ήταν υπεύθυνος της γραμματείας της αυτοκρατορίας και ο δικαιοδότης είχε παρόμοιο ρόλο με αυτόν του κοιαίστορα. Ορίστηκε, σε έκαστο εκ των τεσσάρων τμημάτων, να εκδικάζει με το ίδιο σύνολο συντελεστών έδρας και δικηγόρων και να διεξάγονται δίκες τρεις φορές την εβδομάδα το λιγότερο. Βέβαια, αυτή η απλοποίηση και η επιτάχυνση των διαδικασιών, είχε ως απόρροια την υπονόμευση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και των εναγόντων. Επίσης, ιδρύθηκαν και τα ειδικά δικαστήρια, αρμοδιότητα των οποίων ήταν η έκδοση αποφάσεων σε δίκες σχετικές με τις διαφορές μεταξύ των υπηκόων του Βυζαντίου και τους ξένους.  

 Τα νέα μέτρα και οι τροποποιήσεις στο διαμοιρασμό των δικαιοδοσιών δεν βοήθησαν στην απονομή της δικαιοσύνης στην επαρχία της αυτοκρατορίας, όπου φορείς απονομής της δικαιοσύνης ήταν τα αστικά δικαστήρια ή εκκλησιαστικά.  

Ο Μ. Κων/νος ανέθεσε στους επισκόπους τη δικαιοδοσία διεξαγωγής δικών, σχετικών με οικογενειακές και κληρονομικές διαφορές. Το δικαστήριο αυτό ονομάστηκε επισκοπικό και κέρδισε ολοένα την εμπιστοσύνη του κοινού σε σχέση με τους τακτικούς δικαστές, που είχαν δείξει την ροπή τους στον χρηματισμό.  

Ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός το 1196, τροποποίησε τη λειτουργία των τεσσάρων δικαστηρίων της πρωτεύουσας χωρίς μόνιμη έδρα, με αποτέλεσμα την υπολειτουργία τους, εξαιτίας της   απουσίας δικαστών ή μελών. Για την επίλυση του θέματος ορίστηκε ισομερής κατανομή και εκδίκαση τριών ημερών ανά εβδομάδα. Με τις διατάξεις της «Νεαράς», έγινε προσπάθεια να περιοριστεί η εκτεταμένη διάρκεια των δικών και να εμποδιστεί η παρακώλυση της δικαιοσύνης. Οι δικηγόροι έπρεπε να συμβαδίζουν με τους κανόνες αυτούς, προκειμένου να διατηρήσουν την ιδιότητά τους. Ο Μανουήλ για να πετύχει το έργο του, καθόρισε  τις ημέρες ολικής και μερικής αργίας στα δικαστήρια. Επιπλέον, επέβαλε υποχρεωτική προθεσμία          εκδίκασης των υποθέσεων.  

Στο τέλος του 13ου αιώνα, λόγω της αποσύνθεσης στη λειτουργία της δικαιοσύνης, με την διαφθορά, τόσο στο σώμα των κριτών, όσο και στους δικηγορικούς συλλόγους, συστάθηκε το 1296, στην πρωτεύουσα από τον Ανδρόνικο Β΄, ένα νέο δικαστήριο, που απαρτίστηκε από επιτροπή δώδεκα μελών, που επιλέγονταν μεταξύ ανώτατων πολιτικών μελών και        εκπροσώπων της Εκκλησίας. Ενώ στην αρχή η λειτουργία του φάνηκε να αποδίδει καρπούς σιγά-σιγά άρχισε να αποδυναμώνεται. 

Ο ρόλος των εκκλησιαστικών δικαστηρίων μεγάλωσε από τον 13ο αιώνα, όπου πλέον έχουν τη δικαιοδοσία λήψης αποφάσεων και σε υποθέσεις αστικού δικαίου. Αργότερα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1328, ο Ανδρόνικος Γ' επιχείρησε να αναδιοργανώσει το κράτος με νέες τροποποιήσεις στην δικαστική εξουσία. Έτσι, συγκρότησε ένα ανώτατο    δικαστήριο το 1329, που απαρτίστηκε από τέσσερα μέρη, δύο εκ των οποίων ήταν κληρικοί και δύο λαϊκοί, οι επονομαζόμενοι «καθολικοί κριταί των Ρωμαίων». Είχαν δικαίωμα να παύουν υποθέσεις οποιουδήποτε δικαστηρίου και οι αποφάσεις τους ήταν μη εφέσιμες.  

Οι γενικοί δικαστές αποδείχθηκαν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, ασκούσαν καταχρηστική εξουσία, εφόσον δωροδοκούνταν διμερώς. Πάραυτα, η διατήρηση του θεσμού συνεχίστηκε έως την άλωση αλλάζοντας μορφή, ώστε να εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες. Σε πρακτικό επίπεδο, επειδή ήταν αδύνατο να λαμβάνουν μέρος ταυτόχρονα και οι τέσσερις κριτές σε όλα τα δικαστήρια που διεξήγοντο στην επαρχία, αποφασίστηκε να επικρατεί ως ικανοποιητική η κρίση του ενός. Έπειτα, προσλήφθηκαν γενικοί τοπικοί κριτές και αργότερα ειδικοί γενικοί κριτές. Η απόδοση της δικαιοσύνης καθιερώθηκε να εφαρμόζεται από παράγοντες της Εκκλησίας και με τον έλεγχό της. 

Στο δικαστήριο των γενικών κριτών τόσο ο Πρόεδρος, όσο και το μέλος ήταν αρχιεπίσκοπος. Ως πιο σημαντικό δικαστήριο διαμορφώνεται το εκκλησιαστικό δικαστήριο που εδράζεται στο Πατριαρχείο. Παρόμοια ρεύματα εντοπίζονται και στην επαρχία της αυτοκρατορίας, όπου τα εκκλησιαστικά δικαστήρια κερδίζουν έδαφος. Σταδιακά, η δικαιοσύνη της Εκκλησίας αρχίζει να εξαπλώνεται, πέρα από τις δίκες εκκλησιαστικού περιεχομένου και στις υποθέσεις λαϊκής φύσεως. 

taromanteia.gr

12/10/2021 7:23 μμ.
Διάφορα θέματα