Ο Μύθος των Γενών κατά τον Ησίοδο

Ο Μύθος των Γενών κατά τον Ησίοδο

Ο Ησίοδος ανήκει στους ποιητές που εντάσσονται στον 8ο αι. π.Χ.. Ο ίδιος σύμφωνα με ιστορικά δεδομένα ήταν μικροκαλλιεργητής, που ζούσε μια δύσκολη και σκληρή καθημερινότητα. Σκοπός της ποίησής του ήταν η προβολή του παρόντος εν συγκρίσει με το παρελθόν. Στο διδακτικό έπος του «Έργα και Ημέραι» περιγράφει την φυγή του πατέρα του, το ταξίδι του ίδιου στην Χαλκίδα για την συμμετοχή του σε επιτάφιους αγώνες και παράλληλα την δολιότητα του αδελφού του, αλλά και δικαστών της εποχής του, προκειμένου να καταχραστούν το μερίδιο της περιουσίας του.  

Η διδακτική τοποθέτηση του Ησίοδου έγκειται στο περιστατικό της διανομής της οικογενειακής περιουσίας μεταξύ του ίδιου και του αδελφού του Πέρση. Ο ποιητής, λόγω της αδικίας στη  «μοιρασιά» προς το πρόσωπό του, τόσο από τον ίδιο του τον αδελφό, όσο και από τις δικαστικές Αρχές της Αριστοκρατίας, οδηγήθηκε στο να πραγματευτεί τις αρετές της «δικαιοσύνης» και της «έντιμης εργασίας», με αποτέλεσμα να εμβαθύνει σε συμβουλές, σχετικές με τη δικαιοσύνη αλλά και με την εργασία των γεωργών.

Ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή μάχεται ανάμεσα στις ηθικές του αξίες και την πίστη του προς τη δικαιοσύνη των θεών, αλλά και στις απαισιόδοξες σκέψεις του για την παρακμή και την καθοδική πορεία που ακολουθεί το σύνολο της ανθρωπότητας. Ξεκινά το έπος του με έναν ύμνο και την επίκληση του ποιητή προς το Δία για την επιβολή της δικαιοσύνης, πράγμα το οποίο συνηθιζόταν στα έργα της εποχής του, διαφοροποιείται όμως ως προς την εισαγωγή νομικών εννοιών προδιαθέτοντας το θέμα που θα ακολουθήσει. Στη συνέχεια αναφέρεται στις δύο Έριδες, στην αγαθή, που βοηθά τον άνθρωπο στην ευγενή άμιλλα και στην κακή, που  οδηγεί την ανθρωπότητα σε πολέμους, διενέξεις και δυστυχίες.   

Ο μύθος των «πέντε γενών» έπεται των μύθων «του Προμηθέα» και «της Πανδώρας». Η μαγεία του μύθου αυτού έγκειται στην διαχρονικότητα της άποψης ότι ο κόσμος, ενώ ως σημείο εκκίνησης είχε τον «παράδεισο», δηλαδή την ευδαιμονία και την ευημερία, η εξελικτική του πορεία ξέφυγε από την αρχική με αποτέλεσμα τη σταδιακή εξάλειψη των ηθικών αξιών και την πορεία της ανθρωπότητας σε ολέθριες και καταστροφικές συνθήκες διαβίωσης.  

Η βάση της περιγραφής του Ησίοδου είναι, αφενός η έκπτωση του ανθρώπινου γένους από μια εξιδανικευμένη κατάσταση (την «χρυσή εποχή» του), σε μια σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητασιδηρό γένος»),  και αφετέρου η ένταξη του ηρωικού γένους στην τέταρτη κατηγορία κατάταξης του μύθου του, προκειμένου να επιτευχθεί η προβολή μιας αισιόδοξης ανοδικής πορείας πριν την πλήρη εξαθλίωσή του.   Η άποψη του Nicolai  για τα βασικά σημεία με τα οποία χαρακτηρίζει ο Ησίοδος την κάθε εποχή, είναι η «γέννηση», η «ζωή», ο «θάνατος» καθώς και η «ζωή μετά θάνατον». Σε κάθε μία εποχή δίνει το όνομα ενός μετάλλου με τη σειρά, όπως «Χρυσή» την πρώτη, την  δεύτερη «Ασημένια», την Τρίτη «Χάλκινη», την πέμπτη «Σιδερένια», ενώ στην τέταρτη εποχή παρεμβάλλεται ένα ιδιαίτερο γένος , αυτό των «Ηρώων».   

Το πρώτο γένος δημιουργήθηκε από τους Ολύμπιους θεούς, και ονομαζόταν το «χρύσεον» υπό την εξουσία του Κρόνου. Κατά τη χρυσή εποχή όλοι οι άνθρωποι απολάμβαναν όλα τα θεϊκά προνόμια, ζούσαν μακάρια και απαλλαγμένοι από στενοχώριες και βάσανα. Οι βιοτικές τους ανάγκες ήταν καλυμμένες, διότι τα γεωργικά προϊόντα ήταν πλούσια και σε αφθονία. Δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα γήρατος και απέθνησκαν κατά τη διάρκεια του ύπνου τους. Όμως μεταθανάτια μετατρέπονταν σε πνεύματα για την προστασία των υπόλοιπων ανθρώπων. (στ. 109-126).   

Το «αργύρεον», το αμέσως επόμενο γένος γεννήθηκε και αυτό από τους θεούς του Ολύμπου. Ωστόσο η εποχή αυτή δεν θυμίζει καθόλου την προγενέστερη, αλλά αντιθέτως ήταν κατά πολύ χειρότερη από τη χρυσή. Η μακροζωία διαρκούσε μόνο κατά την παιδική ηλικία, ενώ από την  στιγμή που γινόταν η ενηλικίωση, η ζωή τους ήταν μετρημένη και τα χρόνια ελάχιστα. Στις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων είχε βρει καταφύγιο η ύβρις, και η καθημερινότητα ήταν γεμάτη απολαύσεις.

Η ύβρις ήταν συνυφασμένη με την ασέβεια προς τους θεούς, που τους προσέβαλλαν μη αποδίδοντας τις απαιτούμενες τιμές ως όφειλαν, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την οργή του Δία και τον αφανισμό του γένους τους. Αυτό φανερώνει ότι δεν ήταν ο Δίας ο δημιουργός του γένους τούτου, αλλά προϋπήρχε. Και στο αργυρό γένος υπήρχε η μετά θάνατον ζωή, όπου γίνονταν και αυτοί πνεύματα που απολάμβαναν κάποιες τιμές, όμως η κυκλοφορία τους περιοριζόταν κάτω από τη γη, υποχθόνια. (στ. 127-142).  

Το χάλκεον αποτελεί το τρίτο κατά σειρά γένος. Δημιουργός του γένους αυτού ήταν ο Δίας και πιστεύεται ότι η γέννησή του ήταν από δένδρα («εκ μελιάν»). Με τη χάλκινη γενιά η ανθρωπότητα εξελίσσεται σε μία νέα εποχή, στην οποίαν συγκαταλέγονται και οι δύο μετέπειτα γενιές, όπου οι άνθρωποι διακρίνονται για την δημιουργικότητά τους, την πυγμή και τον δυναμισμό τους σωματικά και νοητικά.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της εποχής αποτελεί η δύναμη των ανθρώπων να επεξεργάζονται τον χαλκό αλλά και η δύναμη του μυαλού τους. Όμως τα αρνητικά τους σημεία ήταν, αφενός οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα τους, και αφετέρου η ύβρις, η οποία είχε διεισδύσει στην καθημερινότητά τους. Η διατροφή τους δεν περιείχε σιτηρά, λόγω του ότι δεν κατείχαν την τεχνογνωσία του να καλλιεργούν. Στην χάλκινη γενιά δεν αποδίδονταν μεταθανάτιες τιμές. (στ. 143-155).  

Το γένος των ηρώων ανδρών, είναι τέταρτο στη σειρά. Και αυτό το γένος γεννήθηκε από τον Δία, με σκοπό την ανακοπή της καθοδικής πορείας στην ανθρώπινη εξέλιξη. Οι άνθρωποι που τοποθετούνται στην συγκεκριμένη εποχή χαρακτηρίζονται ως «ημίθεοι», έχουν ανεπτυγμένο αρκετά το αίσθημα της δικαιοσύνης, και διακρίνονται από αρετές που δεν προϋπήρχαν. Βέβαια οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχίζονται και σε αυτήν την εποχή και αρκετοί ήρωες χάνουν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών και ιδιαίτερα στον Θηβαϊκό και Τρωικό πόλεμο. Στους υπόλοιπους ο Δίας παρέχει τη δυνατότητα να κατοικούν και να ζουν ευτυχισμένοι στα νησιά των Μακάρων. (στ. 156-173).  

Για το πέμπτο γένος, το σιδήρεον, το τελευταίο στη σειρά, δεν αναφέρεται κάτι σχετικό με τον δημιουργό του. Εντάσσεται στην ίδια εποχή με αυτήν που ζει ο Ησίοδος και θεωρείται το χείριστο. Ο ποιητής προκειμένου να δώσει λεπτομερή περιγραφή για την ζωή των ανθρώπων και γενικά όλων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της κατά την εξελικτική πορεία του γένους αυτού χρησιμοποιεί μελλοντικό χρόνο, ως ένα είδος πρόβλεψης για τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν.

Οι άνθρωποι που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία είναι καταδικασμένοι να αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους βάσανα και συμφορές. Παράλληλα περιγράφεται η ανυπαρξία ηθικών αξιών και αρετών όπως η φιλία, η αγάπη και ο σεβασμός αλλά και η κυριαρχία του «κακού» που θα ακολουθήσει και θα έχει ως αποτέλεσμα τη φυγή της Αιδούς και της Νέμεσης στον κόσμο των θεών. Μέσα στο κλίμα αυτό της απαισιοδοξίας προβλέπεται ο αφανισμός των ανθρώπων της σιδερένιας εποχής από τον Δία, όταν πλέον τα παιδιά με τη γέννησή τους θα έχουν ενήλικη- γέρικη όψη . (στ. 174-201).  

Ο ποιητής μέσω του μύθου του, προσπαθεί να εμφανίσει την εξέλιξη των ανθρώπων, ξεκινώντας από την πιο ιδανική τους κατάσταση, και καταλήγει να ολοκληρώσει το περιεχόμενό του με την πλήρη εξαθλίωσή τους. Μέσα από τα χαρακτηριστικά που προσδίδει ο Ησίοδος στο κάθε γένος βλέπουμε μια κλιμακωτή κατάπτωση και πολλές αντιθέσεις μεταξύ τους. Συγκρίνοντας το χρυσό με το αμέσως επόμενο, αργυρό γένος, οι διαφοροποιήσεις που προβάλλονται αφορούν κυρίως στην ποιότητα διαβίωσης, όπου ενώ «το χρύσεον» απολαμβάνει με ανεμελιά και χωρίς προβλήματα την καθημερινότητά του, ευλογημένο με αφθονία αγαθών και πεθαίνοντας ανώδυνα κατά τη διάρκεια του ύπνου, αντίθετα «το αργύρεον» παρά τη μακροζωία που του χάρισαν οι ολύμπιοι θεοί, ζούσαν για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ως «νήπια» ενώ από την ενηλικίωσή τους, η διάρκεια ζωής τους ήταν ελάχιστη και οι ίδιοι δυστυχισμένοι. Διαφορά υπήρχε και στην μεταθανάτια επιβίωσή τους. Οι μεν του χρυσού γένους γίνονταν «επιχθόνια» πνεύματα ενώ του αργυρού, «υποχθόνια». Παράπτωμα που προσάπτει ο Ησίοδος στο δεύτερο γένος ενώ εκλείπει από το πρώτο είναι η ύβρις και η ασέβεια έναντι των θεών.  

Η διαφοροποίηση του χάλκινου γένους με το προηγούμενό του είναι ότι οι άνθρωποι που ανήκουν σ’ αυτό έχουν μεγάλη σωματική δύναμη {στ.148-149 «άπλαστοι…μέλεσσι.»}, αλλά και νοητική ικανότητα παρόλο που την χρησιμοποιούν για πολέμους, χρησιμοποιούν το μέταλλο του χαλκού ενώ δεν γνωρίζουν τρόπους καλλιέργειας της γης. Επίσης, μετά τον θάνατό τους δεν τους απένειμαν τιμές. 

Το ηρωικό γένος ως αντιδιαστολή με το χάλκινο προσφέρει μια αισιόδοξη τροπή της ανθρώπινης πορείας. Στο «θείο γένος των ηρώων» οι άνθρωποι είναι δικαιότεροι και πιο θαρραλέοι από το προηγούμενο, ενώ αποκαλούνται και ημίθεοι. Ο λόγος του χαμού τους ήταν ο φρικτός πόλεμος που συμμετείχαν και μερικοί θάφτηκαν στο χώμα από το Δία και κάποιοι στάλθηκαν στα Νησιά των Μακάρων. 

Το πέμπτο και τελευταίο γένος που σ’ αυτό τοποθετείται και ο ίδιος ο ποιητής, περιγράφεται ως το χειρότερο όλων. Μέταλλο που χαρακτηρίζει το γένος αυτό είναι του σιδήρου ενώ η ζωή των ανθρώπων που το συνιστούν είναι γεμάτη πόνο και βάσανα. Αυτό το γένος θα αφανιστεί από το Δία όταν θα φτάσει στην πλήρη παρακμή του, όπου θα χαθεί κάθε αξία και θα κυριαρχήσει το «κακό». Τότε η Αιδώς και η Νέμεσις θα ανέβουν στον κόσμο των θεών και δεν θα έχουν καμία διέξοδο για σωτηρία.  

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΓΕΝΟΣ 

Ο Ησίοδος, στο μύθο του παρουσιάζει με μια συμβολική κλιμάκωση την ανθρώπινη εξέλιξη και ηθική κατάπτωση. Στο πέμπτο και τελευταίο γένος που περιγράφει, στο οποίο εντάσσει και τον εαυτό του, προσδίδει τα χειρότερα χαρακτηριστικά ανθρώπων. Είναι ξεκάθαρη η αποστροφή του προς το γένος αυτό ειδικά στους στ. 174-175 «μηκέτ’ έπειτ’….γενέσθαι» όπου εύχεται να είχε πεθάνει νωρίτερα ή να είχε γεννηθεί αργότερα από την εποχή αυτή. Οι άνθρωποι του σιδηρού γένους θεωρεί ότι είναι καταδικασμένοι από τους θεούς να αντιμετωπίζουν βάσανα και σκληρές συνθήκες διαβίωσης ενώ κάποιες φορές, σπανιότερα όμως θα αναμειγνύεται το καλό με το κακό. Τη γενιά αυτή θα εξαφανίσει ο Δίας όταν τα βρέφη θα γεννιούνται με γέρικη όψη.

Ο ποιητής αναφερόμενος στην ανθρώπινη κατάπτωση περιγράφει ότι οι γονείς δεν θα μοιάζουν με τα παιδιά τους και το αντίστροφο, ενώ θα εκλείψει και η έννοια της «φιλίας». Τα παιδιά θα φέρονται σκληρά και ατιμωτικά απέναντι στους ηλικιωμένους γονείς τους, με ασπλαχνία απέναντι στους ανθρώπους που τους έφεραν στη ζωή. Αναφέρεται δηλαδή σε κατάλυση δεσμών, θεσμών και νόμων. Η εκτίμηση των ανθρώπων πλέον θα στρέφεται σε κάθε τι κακό ενώ οι ανίκανοι θα μπορούν να πλήττουν με ύπουλο τρόπο ικανότερους από αυτούς.

Ο ποιητής προβλέπει το χαμό του αισθήματος της ντροπής αλλά και του σεβασμού στον όρκο και τους θεούς. Η απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το μύθο, θα γίνεται με τη σωματική δύναμη ενώ θα χαθεί η αιδώς αφήνοντας πίσω μόνο δεινά χωρίς διέξοδο για σωτηρία.  

04/08/2021 7:57 πμ.
Διάφορα θέματα