Η Επίδραση της Εθνικής Φιλοσοφίας στους Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς

Η Επίδραση της Εθνικής Φιλοσοφίας στους Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Η εμφάνιση και η εξάπλωση του χριστιανισμού σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας εποχής, που άφησε σταδιακά πίσω της αυτήν της αρχαιότητας και που τον 7ο ή τον 8ο αιώνα περίπου εξαφανίστηκε οριστικά. Ωστόσο οι καταβολές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας ήταν καθοριστικές για την διαμόρφωση της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως αυτή εμφανίστηκε στην χριστιανική Μεσαιωνική και Βυζαντινή περίοδο. Οι χριστιανοί λόγιοι των πρώτων αιώνων διακρίθηκαν, ως πνευματικοί δάσκαλοι και συγγραφείς, όπου εξέφραζαν την Πατερική σκέψη και διατύπωναν τις αρχές της χριστιανικής θρησκείας. Συνδιαλέγονταν με λόγιους και στοχαστές της εθνικής, μη χριστιανικής θρησκείας. Αποτέλεσμα αυτής της επαφής ήταν να προκύψει διχασμός μεταξύ ομάδων. Εμφανίστηκαν οι αρνητικοί εκπρόσωποι, οι οποίοι απέρριπταν και απαξίωναν τις αρχές της αρχαίας φιλοσοφίας. Στην αντίπερα όχθη βρίσκονταν αυτοί που υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό αρκετές φιλοσοφικές θεωρίες και όρους του αρχαίου κόσμου, στο βαθμό που αυτές ήταν συμβατές με την διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας, δίνοντας σε κάθε «όρο» το δικό τους περιεχόμενο, και κάπου ενδιάμεσα τοποθετήθηκε μία άλλη ομάδα η οποία διατήρησε μία μεσαία αποδοχή των φιλοσοφικών αρχών της αρχαιότητας.  

Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης το 330μ.Χ. ήταν χρονολογία-τομή για την διαμόρφωση της ελληνικής φιλοσοφίας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Η καθιέρωση του χριστιανισμού σηματοδοτεί τη νέα περίοδο και ανοίγει δρόμο για τους Πατερικούς συγγραφείς να συνθέσουν τις αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές ιδέες με τη φιλοσοφία που θα στήριζε το δόγμα της νέας θρησκείας.  

Οι εκκλησιαστικοί Πατέρες, ως δάσκαλοι των πρώτων χριστιανικών χρόνων ανέλαβαν το συγγραφικό έργο για την διατύπωση και την οριοθέτηση του «δόγματος», όρου που κληρονόμησαν από την ελληνιστική φιλοσοφία, ώστε να καθιερώσουν τον χριστιανισμό.  Σκοπός τους ήταν, με την ερμηνεία της Αγίας Γραφής, την απόδειξη της αλήθειας και την μοναδικότητά της, να στηρίξουν, να ισχυροποιήσουν και να θέσουν τις αρχές και τους κανόνες που θα διέπουν την χριστιανική θρησκεία. Προκειμένου να ανταποκριθούν στο δύσκολο αυτό έργο και να δώσουν απαντήσεις σε σοβαρά θέματα που τους απασχολούσαν κρίθηκε απαραίτητη η μελέτη και η ερμηνεία αρχαίων φιλοσοφικών κειμένων. Τα θέματα αυτά αφορούσαν στην λογική, στην κοσμολογία, στην μεταφυσική και στην ανθρωπολογία, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησαν όρους και θεωρίες των φιλοσόφων της αρχαιότητας στην θεολογία για να μπορέσουν να τα ερμηνεύσουν. Η σύγκρουση ανάμεσα στον χριστιανισμό και στον μη χριστιανικό ελληνικό κόσμο ήταν μοιραία. Η στάση των εκκλησιαστικών συγγραφέων εμφάνιζε ποικιλομορφία για τις αντιλήψεις της χρήσης ή μη, της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, ωστόσο στο σύνολό τους απέρριπταν εντελώς τις μη χριστιανικές θεωρίες.   

Αρκετοί ήταν οι στοχαστές που αντιμετώπισαν με απορριπτική συμπεριφορά καταδικάζοντας συνολικά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και κρατώντας εχθρική στάση απέναντί της. Αποτέλεσαν μία μειονότητα που τελικά φάνηκε πολύ δυναμική. Επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν την επιβίωση της ομάδας τους υποστήριζαν πως ήταν ηθικά ανώτεροι και προσπαθούσαν επισταμένως να καταρρίψουν κάθε αρχαία φιλοσοφική θεωρία. Για να πετύχουν τον σκοπό τους απαξίωναν την σοφία των ανθρώπων και διακήρυτταν ότι αυτή είναι πολύ κατώτερη από την σοφία του Θεού.  

Δεύτερη είναι η ομάδα των συγγραφέων με μετριοπαθή προσέγγιση ως προς το αν θα πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αρχαιοελληνική παράδοση της φιλοσοφίας ή αν θα πρέπει να εξεταστεί αν είναι εφικτή μία διαλογική σχέση μεταξύ θρησκείας και φιλοσοφίας.  

Μία τρίτη ομάδα συγγραφέων της εκκλησιαστικής κοινότητας ήταν αυτή που κράτησε υπερασπιστική γραμμή ως προς την αποδοχή της φιλοσοφίας υποστηρίζοντας πως θα μπορούσαν να συνυπάρξουν κάτω από «κατάλληλες» συνθήκες, παράλληλα, η θρησκεία και η φιλοσοφία. Προσπάθησαν να συγκεράσουν και να προσαρμόσουν τις θρησκευτικές θεωρήσεις τους με την φιλοσοφία και χρησιμοποίησαν τεκμήρια όπως τη συμβατότητα αρχαίων αποσπασματικών κειμένων με χριστιανικά κείμενα, εισηγούμενοι την θεωρία για τον «σπερματικό λόγο» και αποδεικνύοντας το επιχείρημά τους με την θεωρία της «λογοκλοπής». Ισχυρίστηκαν ότι ο ελληνισμός προέρχεται από ιουδαϊκές θεωρήσεις. 

Σταδιακά τόσο η καθολική ξεκάθαρη στάση των Πατέρων όσο και η μεγάλη μαχητικότητά τους απέναντι στη φιλοσοφία οδήγησε σε φθίνουσα πορεία την επίδραση που άσκησε η ηθική των Στωικών. Επηρεάστηκαν όμως από τις μεσοπλατωνικές θεωρίες για το διάστημα μεταξύ 2ου και 3ου αιώνα και από τις νεοπλατωνικές κατά τον 4ο αιώνα. Πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς ενσωμάτωσαν φιλοσοφικά «στοιχεία» στα έργα τους, τα οποία περιείχαν το δόγμα της χριστιανικής Πίστης διατυπωμένο με εύληπτη μετασχηματισμένη χρήση φιλοσοφικών θεωριών δίνοντάς του προσωπικό «χαρακτήρα». Ωστόσο, όσο εξαπλωνόταν η χριστιανοσύνη τόσο έφθινε ο αρχαίος ελληνισμός σε θρησκευτικό και φιλοσοφικό επίπεδο και κυρίως από τα μισά του 4ου αιώνα και μετά, όπου σταδιακά αρχίζει να χάνεται κάθε ενδιαφέρον για την αρχαιότητα.

taromanteia.gr

15/08/2021 1:01 μμ.
Διάφορα θέματα