Η έννοια του όρου "Κίνησις" κατά τον Αριστοτέλη

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΚΙΝΗΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του Αριστοτέλη είχαν αρχικά στραφεί στον άνθρωπο και συγκεκριμένα στην ψυχή και στο πνεύμα του. Στη συνέχεια όμως διευρύνθηκαν οι φιλοσοφικοί του ορίζοντες με την στροφή του σε επιστημονικούς προβληματισμούς καθώς άρχιζε να θεωρεί ότι η φύση των όντων, δηλαδή η ουσία τους, δεν πρέπει να αναζητείται στον νοητό κόσμο, αλλά στον αισθητό, αφού αυτή σχετίζεται με τα όντα καθαυτά και ταυτίζεται με τον σκοπό της ύπαρξής τους.

Ο Αριστοτέλης, με το τολμηρό και φιλόδοξο αυτό εγχείρημά του, πέτυχε να συγκροτήσει τον λόγο του περί φύσεως και να θεμελιώσει ως επιστήμη την φυσική, εννοώντας τον φυσικό κόσμο. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα ερευνητικό, που αντικείμενο έχει την μελέτη και την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων και πραγμάτων, ώστε να επαληθεύσει και να διατυπώσει κάποιες βασικές αρχές εφαρμόζοντας την εμπειρική μέθοδο.    

Ο Αριστοτέλης, σύμφωνα με την κοσμολογική του θεωρία, εκφράζει την άποψη ότι ο κόσμος είναι ιεραρχημένος και διαιρείται σε δύο περιοχές, οι οποίες διέπονται από διαφορετικούς νόμους. Η υποσελήνια, η περιοχή στην οποία ανήκει η γη, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και μεταβολή, ενώ η περιοχή που βρίσκεται εκτός του χώρου της σελήνης, η ουράνια ή υπερσελήνια, δεν υφίσταται ούτε μεταβολή ούτε φθορά. Η θεωρία του αυτή, περί κινήσεως, επικράτησε μέχρι τον 17ο αιώνα, όπου και κατέρρευσε από τις σύγχρονες θεωρίες του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου.

Η θεωρία του Αριστοτέλη για την φύση, την οποίαν αντιλαμβάνεται ως ένα πλήθος πραγμάτων και ουσιών που μέσα από κάποιες διαδικασίες αποβλέπουν στην δημιουργία και στην διατήρηση μιας διάταξης και ενός σχεδίου, είχε ως αφετηρία τον ισχυρισμό του ότι η μεταβολή είναι υπαρκτή στον αισθητό κόσμο και άμεσα συνδεδεμένη με την κίνηση. Η μεταβολή και η κίνηση αποτελούν και τα δύο ουσιώδη φαινόμενα του φυσικού βασιλείου.  

Η κίνηση είναι αλληλένδετη με την φύση, είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των όντων που υπάρχουν στον φυσικό κόσμο και αποτελεί την δραστηριότητα των πραγμάτων, μία συνεχή διαδικασία, που ως εκ τούτου δεν μπορεί να λειτουργήσει έξω από αυτά και πραγματοποιείται μόνο με την επαφή.  Ο όρος αυτός για τον Αριστοτέλη, δεν είχε την σημερινή σημασία, αλλά, είχε ευρύτερη έννοια και περιεχόμενο. Η έρευνά του για την φύση και την κίνηση στηρίζεται στο «γίγνεσθαι», δηλαδή την γέννηση, των προσωκρατικών φιλοσόφων. Στη φύση όλα τα όντα, που κοινό τους χαρακτηριστικό έχουν την κίνηση, αποτελούνται από την ουσία, μία σύνθεση συγκεκριμένης ύλης και μορφής και χαρακτηρίζονται από την ποιότητα, το μέγεθος, καθώς και την θέση τους στον χώρο. Όταν οι μεταβολές διενεργούνται στην ουσία των όντων προκαλείται η γέννηση, αλλά και η φθορά ή ο θάνατος αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να παρατηρείται στα όντα μία κατάσταση κυκλικής κίνησης. Η μεταβολή στο μέγεθός τους επιφέρει ανάλογα, είτε την αύξηση, είτε την μείωσή τους. Η μετατροπή στην ποιότητά τους δημιουργεί αλλοιώσεις στη σύστασή τους και η αλλαγή της θέσης τους στον χώρο δημιουργεί την μετατόπιση.  

Αναλύοντας αυτές τις απόψεις του ο Αριστοτέλης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για την διαδικασία της κίνησης είναι απαραίτητες τρεις αρχές, το «υποκείμενο», μία σταθερή βάση του πράγματος, η «στέρηση», η έλλειψη του προσδιορισμού του και η «μορφή», η πραγμάτωση του προσδιορισμού του. Προκειμένου να αιτιολογήσει τους παράγοντες και τις συνθήκες της αλλαγής της φύσης των σωμάτων και να βοηθήσει στην κατανόηση και στην ορθή γνώση αυτών συσχετίζει και εντοπίζει την ύπαρξη τεσσάρων αιτιών.

Αρχική αιτία θεωρεί ότι είναι το «υλικό», η ύλη, δηλαδή, που συνίσταται το αντικείμενο και που το ορίζει ως ενυπάρχον, ως το «υποκείμενο» που βάσει αυτού δημιουργείται κάτι άλλο. Το «ποιητικό», το οποίο ταυτίζεται με το δημιουργό, αυτόν που προκαλεί την μεταβολή. Το «μορφικό», που αποτελεί την ουσία ή το είδος που προσδιορίζει το αντικείμενο και δίνει ενέργεια και διαφορετική μορφή στην ύλη, όπου το υλικό στοιχείο διατηρείται σταθερό. Το «τελικό», που είναι το αποτέλεσμα της μεταβολής και τροποποίησης.

Ο σκοπός, αλλά και ο ρόλος του «τελικού» αιτίου ή «τελεολογίας», που οδήγησε στην πραγμάτωση και ολοκλήρωση του αντικειμένου, ήταν αυτός που απασχόλησε περισσότερο τον Αριστοτέλη στην έρευνά του. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτή η τελική μορφή είναι απαραίτητες και οι έννοιες «ενεργεία» και «δυνάμει». Συγκεκριμένα, ένα υποκείμενο δεν μπορεί να λάβει την τελική μορφή, «ενεργεία», εάν δεν ενυπάρχει στο ον η προδιάθεση, «δυνάμει», δηλαδή η μετάβαση από το είδος «δύναμη» σε ένα άλλος είδος «ενέργεια».   

Η θεωρία του Αριστοτέλη για την κίνηση στηρίζεται σε δύο βασικές αρχές. Η πρώτη αναφέρει ότι καμία κίνηση δεν γίνεται εκούσια, δηλαδή, με δική της πρωτοβουλία, αλλά πάντα από την ενέργεια μιας άλλης δύναμης. Το «κινούν» είναι το σώμα που βρίσκεται στη δράση και το «κινητό» είναι αυτό που μπορεί να του δώσει την ενέργεια. Η δραστηριότητα αυτή αποτελεί μία κίνηση, μία διαδικασία με δύο όψεις, την όψη του επενεργείν και αυτήν του πάσχειν. 

Η δεύτερη αρχή αναφέρει ότι τα είδη κίνησης είναι δύο, η φυσική ή ελεύθερη, όπου η φορά που ακολουθεί ένα σώμα από την φύση του έχει μια συγκεκριμένη ευθύγραμμη και κατακόρυφη πορεία και η εξαναγκασμένη ή βίαιη, στην οποία λόγω αντίθετων καταστάσεων και μεταβολών, που υφίστανται τα όντα στην φύση κάτω από την επίδραση ενός εξωτερικού ποιητικού αιτίου, αναγκάζεται το σώμα να ακολουθήσει μία διαφορετική πορεία από αυτήν της φυσικής του. 

taromanteia.gr

29/11/2021 7:23 μμ.
Διάφορα θέματα