Η Δικαιοσύνη στην Κωνσταντινούπολη και στις Επαρχίες του Βυζαντίου

Η άσκηση της δικαιοσύνης στην Κωνσταντινούπολη και στις επαρχίες του Βυζαντίου

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, ως συνέχεια της ρωμαϊκής, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά κυρίως του Ιουστινιανού, άλλαξε ολοκληρωτικά πολιτειακή και δικαστική δομή. Ο αυτοκράτορας, ως απόλυτος μονάρχης, είχε συγκεντρώσει στα χέρια του όλες τις εξουσίες και ταυτόχρονα ασκούσε σημαντική επιρροή στα εκκλησιαστικά θέματα. Η δικαστική εξουσία ασκήθηκε σε όλο το Βυζάντιο, ενώ ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης είχε διαφορετική συγκρότηση μεταξύ πρωτεύουσας και επαρχιών. Ωστόσο, η γενικότερη οργανωτική δομή της στηριζόταν στο πρόσωπο του μονοκράτορα.

Ο εκάστοτε αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχε τον πλήρη έλεγχο πάσης υπόθεσης οικονομικής φύσεως, ήταν μοναδικός συντάκτης και επικυρωτής νόμων και παράλληλα αρμόδιος για την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος. Εν τούτοις, επηρεασμένος αφενός, από τις αξίες του χριστιανικού κόσμου, όπως, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη και αφετέρου, από τις αρχαιοελληνικές διδασκαλίες περί προστασίας των ελευθεριών του πολίτη, οδήγησε στην ανάπτυξη ηθικών αξιών, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, με στόχο ένα κράτος δικαίου. Άλλωστε και η νομοθεσία του Ιουστινιανού διατήρησε την εξαίρεση του αυτοκράτορα από τους νόμους, με ταυτόχρονο εκθειασμό της προέλευσης του, δίνοντας του απόλυτη κυριαρχία σε σχέση με την θέσπιση, τροποποίηση και παύση οποιουδήποτε νόμου, με την λειτουργία του ίδιου ως «έμψυχη» νομοθεσία. 

Ουσιαστικά, στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα ήταν συγκεντρωμένη ολόκληρη η δικαστική εξουσία, ως ύψιστου κριτή της δικαιοσύνης. Ο μόνος φραγμός στην απόλυτη εξουσία του ήταν ο νόμος, που πάντα παρέμενε ανώτερη αξία, ακόμα και όταν, υπό την νομοθεσία που θεσπίστηκε από τον Ιουστινιανό, ο ρόλος του αυτοκράτορα εκτινάχθηκε με την έννομη θεοποίησή του, ως απεσταλμένου Κυρίου. Η μοναδική τεκμηρίωση, για την υποχρέωση του αυτοκράτορα στην ορθή διεκπεραίωση του έργου του, ήταν η υποταγή του έναντι των ιερών νόμων, δοξασία που προέρχεται από το παρελθόν. Επομένως, επιδίωξή του ήταν να γίνει    πρότυπο, άξιο προς μίμηση και ικανό για διδασκαλία του λαού του, με αποτέλεσμα μια ευνομούμενη αυτοκρατορία. 

Η ανεξάντλητη εξουσία στο πρόσωπο του αυτοκράτορα του παρείχε διάφορες δυνατότητες, όπως, την εκδίκαση υποθέσεων με την φυσική του παρουσία σε σοβαρές μορφές εγκλημάτων, όπως, εγκλήματα κατά της πατρίδας, ή του στρατού κ.ά.  

Το αυτοκρατορικό δικαστήριο ήταν απόρροια του παλιού κονσιστωρίου ή συμβουλίου του αυτοκράτορα και απαρτιζόταν από ανώτερα στελέχη με λειτουργία παρόμοια με αυτή του εφετείου ή του ανώτατου δικαστηρίου.

Εντός των ορίων της πρωτεύουσας, η διάρθρωση του ποινικού συστήματος στηριζόταν στον έπαρχο της πόλης, τον πραίτορα των δήμων και τον κοιαίστορα, που λειτουργούσαν «υπό» του αυτοκράτορα

Ο έπαρχος της πόλης, είχε το ρόλο του δικαστή και παράλληλα την προεδρία του δικαστηρίου του αυτοκράτορα κατά την απουσία του, κυρίως, έως το τέλος του 11ου αιώνα.  Ωστόσο, ανά τους αιώνες ο δικαστικός του ρόλος έφθινε και επί της ηγεσίας του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ' του Δούκα, την θέση του ανέλαβε ο δρουγγάριος της βίγλας.  

Ο κοιαίστωρ, είχε δικαιοδοσίες όπως του δικαστικού λειτουργού σε θέματα οικογενειακού δικαίου, καθώς και την πιστοποίηση της εγκυρότητας εγγράφων. Επιπρόσθετα, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του περιλαμβάνονταν, η εποπτεία των επαρχιωτών, που εισέρχονταν στην Πόλη, η ηγεσία γραφείου αποτελούμενο από γραμματείς, καγκελάριους και γραφείς μεγάλης σημασίας και βαθμίδας, η απάντηση στις αιτήσεις των προσφυγών για λογαριασμό του αυτοκράτορα, κυρίως μέχρι τον 10ο αιώνα και η σύνταξη των νόμων.   

Στην επαρχία η δομή του δικαστικού συστήματος ήταν διαφορετική από της πρωτεύουσας. Ο ρόλος του δικαστή ασκείτο από τους διοικητές των επαρχιών, όπου δίκαζαν τον πρώτο βαθμό των αστικών και ποινικών υποθέσεων και από τους βικάριους, ή τον ύπαρχο, όπου αναλάμβαναν την εκδίκαση αντίστοιχων υποθέσεων δευτέρου βαθμού. Για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι παραπάνω, τόσο της πρωτεύουσας, όσο και της υπαίθρου, χρησιμοποιούσαν βοηθητικό προσωπικό με πλήρη γνώση των νομοθετικών διατάξεων.  

Στην περιφέρεια των θεμάτων το ρόλο του δικαστή, στα πλαίσια του αστικού δικαίου, εκτελούσε ο πραίτωρ, ενώ για το ποινικό ή πειθαρχικό δίκαιο, την απονομή δικαιοσύνης αναλάμβανε ο στρατηγός του θέματος. Δικαστής των οφικίων της αυτοκρατορίας ορίστηκε ο μάγιστρος των οφικίων

Ο δικαστικός υπάλληλος, που ασχολείτο με τη σύνταξη του «δεητήριου» εγγράφου σε περίπτωση έφεσης, ονομαζόταν ο «επί των δεήσεων» και οι εκθέσεις του κατέληγαν στο αυτοκρατορικό δικαστήριο με την έγκριση του αυτοκράτορα, ενώ κάποιες φορές είχε το δικαίωμα της απευθείας απάντησης. 

Επιπλέον δικαστική διοικητική θέση κατείχαν οι κριταί. Διατελούσαν μέλη των δικαστηρίων της Κωνσταντινούπολης και δύνανται να διορίζονται ως δικαστές της επαρχίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Διακρίνονταν στους «κριταί του βήλου» και στους «κριταί του Ιπποδρόμου». Οι πρώτοι παρίσταντο σε υποθέσεις του αυτοκρατορικού δικαστηρίου και οι δεύτεροι στο δικαστήριο του Ιπποδρόμου.  

Την περίοδο του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου συστάθηκε το δικαστήριο «Επί των Κρίσεων». Η δικαιοδοσία του ήταν η εξέταση των πορισμάτων των δικαστηρίων της επαρχίας. Η λειτουργία του αποτέλεσε μια ελάφρυνση για τους διαδίκους των επαρχιών, εφόσον δεν απαιτείτο η μετακίνησή τους στην Πόλη για την εκδίκαση των υποθέσεών τους.   

Σημαντικές αλλαγές στο δικαστικό σύστημα σημειώθηκαν τον 7ο αιώνα, με την κατάργηση των μεγάλων οφικίων, όπου ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης ορίζεται σημαντικότερος δικαστής στην Αυτοκρατορία και στη δικαιοδοσία του κοιαίστορα προστίθεται να ενάγει ενώπιον του Αυτοκράτορα διοικητές της επαρχίας. «Χρέη» ανακριτή και εισαγγελέα στο αυτοκρατορικό δικαστήριο αναλαμβάνει ο σακελλάριος.  

Συντελεστές που συνέβαλλαν στην ώθηση της εφαρμογής της δικαιοσύνης υπήρξαν οι δικηγόροι – συνήγοροι. Οι ονομαζόμενοι νοτάριοι ή ταβουλάριοι, ήταν ενταγμένοι σε συλλόγους με δεδομένα διαπιστευτήρια, με ηλικιακά κριτήρια, αλλά και ήθους και γνώσεων. 

Στην περιφέρεια της πρωτεύουσας το σύνολο των δικηγόρων και των συμβολαιογράφων με ενεργά καθήκοντα υπολογίζονται στους είκοσι τέσσερις, ενώ, στην ύπαιθρο της αυτοκρατορίας ο υπολογισμός δεν είναι εφικτός.

taromanteia.gr

12/10/2021 6:52 μμ.
Διάφορα θέματα