Η Διαμάχη Αδ. Κοραή και Διον. Σολωμού για την Νέα Ελληνική Γλώσσα τον 18ο και 19ο Αιώνα

Η νέα ελληνική γλώσσα εμφανίζεται, στα κείμενα της «δημώδους» λογοτεχνίας, σχεδόν διαμορφωμένη την όψιμη περίοδο (12ος – 15ος αιώνας μ.Χ.), δηλαδή κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την εποχή αυτή βρίσκουμε πολλές και αποκαλυπτικές πηγές για την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, από τις οποίες προκύπτουν τα παρακάτω βασικά συμπεράσματα :

α) τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας ελληνικής γλώσσας έχουν ήδη διαμορφωθεί κατά την περίοδο αυτή και

β) εντοπίζονται οι πρώτες διαλεκτικές διαφοροποιήσεις

Στα μέσα του 16ου αιώνα μ.Χ. συντάσσεται και η πρώτη Γραμματική της νέας ελληνικής γλώσσας από τον Κερκυραίο Νικόλαο Σοφιανό. Η νέα ελληνική γλώσσα συνέχισε να διαμορφώνεται και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Απαραίτητο είναι βέβαια να τονίσουμε ότι η ουσιαστικότερη διαμόρφωση της νέας ελληνικής γλώσσας έλαβε χώρα το διάστημα από την απελευθέρωση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τον 20ο αιώνα.

Ο ελληνισμός στα μέσα του 18ου αιώνα, ύστερα από την απελευθέρωση του τουρκικού ζυγού, προσπαθεί, με την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους, να διαλύσει το υπάρχον χάος και να ανασυγκροτηθεί. Η περίοδος αυτή είναι μία περίοδος πολιτικής και πνευματικής αναγέννησης του έθνους. Ως προς το ζήτημα της γλώσσας του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους υπήρχαν οι παρακάτω τάσεις και κινήματα («Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Γεωργίου Μπαμπινιώτη) : 

• Ένα νέο κίνημα, «οι αρχαϊστές», οι οποίοι πιστεύουν ότι η πνευματική αναγέννηση του έθνους πρέπει να στηριχτεί σε μία αναγεννημένη γλώσσα. Το κίνημα αυτό υποστηρίζεται από τους λόγιους της εποχής, που έχουν ως σύνθημα «την επιστροφή στην κλασσική ελληνική γλώσσα», δηλαδή την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Το κίνημα αυτό υποστηρίζει ότι πρέπει το κράτος να προσδιορίσει την επίσημη γλώσσα του. 

• «Οι δημοτικιστές», οι οποίοι πιστεύουν ότι η γλώσσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους πρέπει να είναι η καθομιλουμένη, δηλαδή αυτή που χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο.

Ανάμεσα στις δύο αυτές απόψεις βρίσκεται η θέση του Αδαμάντιου Κοραή. Προτείνει να καταργηθεί η προφορική δημοτική γλώσσα, την οποία θεωρεί «παρακμιακή», «γλώσσα της σκλαβιάς» και «νοθευμένη από τουρκικές λέξεις» και να δημιουργηθεί μία νέα γλώσσα «η καθαρεύουσα», η οποία να πλησιάζει την αρχαία ελληνική. («Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Γεωργίου Μπαμπινιώτη).

Καθίσταται προφανές ότι την περίοδο αυτή παρουσιάζεται έντονο το πρόβλημα της γλωσσικής ταυτότητας του νέου ελληνικού κράτους. Ο 18ος και 19ος αιώνας είναι οι αιώνες που σφραγίζονται από τους αγώνες για την αποτίναξη του γλωσσικού διχασμού.

Το νεοελληνικό κράτος, στις αρχές του 19ου αιώνα, καθιέρωσε ως επίσημη γλώσσα του κράτους την «καθαρεύουσα» του Κοραή. Από το σημείο αυτό και έπειτα η γλωσσική διαμάχη περιορίζεται μεταξύ των «δημοτικιστών» και των οπαδών της «καθαρεύουσας» του Κοραή.

Ο Κοραής, επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, ήταν υπέρμαχος της πνευματικής αναγέννησης της Ελλάδας, την οποία θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του έθνους. Πρότεινε ως βάση την «ομιλουμένη γλώσσα» αφού όμως πρώτα «καθαριστεί» από τη φθορά που ο ίδιος πίστευε ότι είχε υποστεί τα χρόνια της τουρκοκρατίας, δηλαδή, μετά τον «καθαρισμό» της από ξένες και ιδιωματικές λέξεις. Έτσι, με την τροποποίηση της «χυδαίας» δημοτικής πίστευε ότι θα την εξευγενίσει. Η υιοθέτηση των απόψεων και της διδασκαλίας του Κοραή διαμόρφωσε τον πνευματικό και πολιτικό στοχασμό του Έθνους. 

Υπέρμαχος του δημοτικισμού ήταν ο Διονύσιος Σολωμός. Ο Σολωμός ως ένας πρωτοπόρος διανοούμενος του καιρού του, είχε την ικανότητα να διακρίνει τα στοιχεία εκείνα που αποτελούσαν τα θεμέλια της πνευματικής μας παράδοσης. Έτσι με στοιχεία της δικής μας παράδοσης διαμόρφωσε τα πρότυπα και το βασικό προσανατολισμό της νεοελληνικής παιδείας. Ως υπέρμαχος του Δημοτικισμού αντιμάχεται τους «αρχαϊστές» και τον Κοραή. Το έργο του αποτυπώνει την επίμοχθη πορεία του Σολωμού προς τις πηγές της πνευματικής μας παράδοσης.

Όπως προαναφέρθηκε η πορεία εξέλιξης του προφορικού σε σχέση με το γραπτό λόγο ήταν διαφορετική στο πέρασμα του χρόνου. Όμως η διαμάχη μεταξύ «δημοτικής» και «καθαρεύουσας» δεν αναφέρεται στην ανωτέρω διαφορά, δηλαδή στο πως θα γράφεται καλύτερα αυτή η ομιλούμενη νέα ελληνική γλώσσα. Η διαμάχη ήταν πιο βαθιά και αναφέρονταν στο αν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αυτή η σύγχρονη μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας ή όχι. Δηλαδή, αν ως γλώσσα του νέου ελληνικού κράτους θα παρέμεινε το κοινό ιδίωμα, που μιλιόταν εκείνη την εποχή από το λαό ή θα έπρεπε να προσδιοριστεί, να κατασκευαστεί και να διδαχθεί μία άλλη γλωσσική μορφή. 

Ο «Διάλογος» του Σολωμού (1824) είναι γι’ αυτόν το «Πιστεύω» του για την ελληνική γλώσσα. Τα επιχειρήματά του εναντίον των αντιπάλων του έχουν αντληθεί από το Γαλλικό Διαφωτισμό. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει «ο Διάλογος» βασίζεται στην περίφημη φράση «…..υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την». Ο ποιητής, με την φράση αυτή, προσπαθεί να αποδείξει ότι η καθαρεύουσα είναι μία τεχνητή γλώσσα, την οποία δεν χρειάζεται ούτε ο λαός ούτε η λογοτεχνία.

Πιστεύει σε μία λογοτεχνική γλώσσα, η οποία θα στηρίζεται στη γλώσσα του λαού, επεξεργασμένη όμως από τον ποιητή. Λατρεύει τον θησαυρό της ζωντανής γλώσσας, μίας γλώσσας χωρίς τεχνητές επεμβάσεις. Υποστηρίζει ότι ο σεβασμός στη γλώσσα αποτελεί θεμελιώδη σημασία για την εξέλιξη του κράτους. Τη γλώσσα τη θεωρεί συνδεδεμένη με την ίδια την ύπαρξη του ελληνισμού και την διατήρησή του. Συνδέει την ελευθερία, τον αγώνα των Ελλήνων με την γλώσσα. («ΠΟΙΗΤ. ……..θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα. Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω……»).

Ο Σολωμός πιστεύει ότι οι λέξεις δεν έχουν μόνον τυπική σημασία, αλλά είναι η έκφραση των ιδεών, των συναισθημάτων και του φρονήματος του ίδιου του ελληνικού λαού. Θεωρεί ότι η επιστημονική σπουδή της γλώσσας είναι μία τυπική διεργασία, όπου οπωσδήποτε ένας λόγιος πρέπει να την σπουδάσει.

Τονίζει την αυθόρμητη έκφραση όλων των στρωμάτων του ελληνικού λαού.(«ΣΟΦ.: …Γνωρίζεις τα Ελληνικά Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;» ΠΟΙΗΤ.:…..Γνωρίζεις τους Έλληνας Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;»). Ξεχωρίζει την έννοια της γλώσσας με το τυπικό της από την έννοια του λογοτεχνικού ύφους και γενικότερα του ύφους μίας γλώσσας που γράφεται..

Καταλαβαίνει ότι η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού δεν είναι επαρκής να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ανάγκες της λογοτεχνίας. Υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας ξεκινώντας από τη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών πρέπει να δημιουργήσει ένα δικό του ύφος. Δηλαδή αυτό που προσπαθεί να πει είναι ότι η γλώσσα εμπνέεται από την παράδοση, αλλά αποκτά ανώτερα φιλοσοφικά νοήματα κατανοητά όμως από τον Ελληνικό λαό. Από όλη την ελληνική κοινωνία γραμματισμένων και αγραμμάτων παίρνει τα ζωντανά και πιο σημαντικά στοιχεία της εθνικής γλώσσας και καλλιτεχνικά φτιάχνει τη δική του(«ΠΟΙΗΤ.: Σοφολογιώτατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα• αυτό το ξέρουν και τα παιδιά».)

Ο Σολωμός πιστεύει ότι ο ποιητής μόνο έχει το δικαίωμα να αλλάζει την γλώσσα του λαού, γιατί μόνον αυτός μπορεί να την εξευγενίσει. Για τον Σολωμό «η λαϊκή» γλώσσα συγκροτεί ένα είδος παράδοσης που ο μεταγενέστερος δεν πρέπει να αγνοήσει, αλλά να προσπαθήσει, ξεπερνώντας την καλλιτεχνικά, να την εξυψώσει. Ο ποιητής προσπαθεί να αποδείξει ότι καμία λέξη από μόνη της δεν είναι χυδαία, αλλά αποκτά την ιδιαίτερη αξία της μέσα στο ποίημα σε συνδυασμό με τις άλλες λέξεις. (ΠΟΙΗΤ. Να, λοιπόν, αν έχεις ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά. αν δεν έχης, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψι, που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαϊκά»).

Ο Σολωμός με την έμφυτη μουσικότητα και ευαισθησία του μεγάλου δημιουργού γνωρίζει ότι οι ακρότητες μόνο ζημιά δημιουργούν στην φυσική εξέλιξη της γλώσσας.(«ΠΟΙΗΤ. Τι λές: ως πότε θα πηγαίνει εμπρός αυτή η υπόθεση; Ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλεί σ’έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλεί μίαν γλώσσαν δικήν τους!»). Για το λόγο αυτό αποφεύγει τους εξωφρενισμούς παλαιοτέρων συγχρόνων του.

Ο Σολωμός με το φωτεινό του πνεύμα, στέκει εμπρός από την εποχή του και κατατάσσει το δυνάστη στην ίδια θέση με τον «σοφό», εκείνον που προσδοκά την πτώση, όχι για να βοηθήσει στην αναγέννηση του έθνους αλλά για να επιβάλλει ένα άλλο, ιδιόμορφο σκοτάδι, ξεκάθαρα πνευματικό και τραγικά απροσπέλαστο. Ο ποιητής απαιτεί να ορίσει ο λαός την κατεύθυνση της σκέψης και να καταστήσει ο ίδιος, ως απόλυτος δικαιούχος τον οδικό χάρτη των επιλογών του. Δεν μπορεί να δεχτεί ο Σολωμός πως η γλώσσα ως επινόηση ολοκληρώνεται με τη χάραξη των σημείων, με το σχηματισμό των λέξεων.(«Εσύ ομιλείς για ελευθερία; Εσύ όπου έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφθησαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθερία;»).

Ο Έλληνας που διαβάζει τον Σολωμό αναγαλλιάζει, όχι μόνο γιατί βρίσκει στην ποίησή του το φρόνημά του, την ψυχική του διάθεση, αλλά και γιατί χαίρεται τη γλώσσα του που την νοιώθει καθολικά δική του έξω από χρονικά και τοπικά πλαίσια. Ακόμα και σήμερα δεν αισθανόμαστε τη γλώσσα του Σολωμού απομακρυσμένη από μας. Λίγοι ιδιωματικοί του τύποι δεν την απομακρύνουν από το κοινό γλωσσικό αίσθημα, αλλά της δίνουν ζωντανή χάρη και αληθινή απλότητα. (Ανθολόγιο θεμάτων της σολωμικής ποίησης, Ερατοσθένης Καψωμένος , Αθήνα 1988, σσ. 111-126, «Ο Διάλογος», Διονύσιος Σολωμός).

taromanteia.gr

24/10/2021 3:53 μμ.
Διάφορα θέματα