Η Αθανασία της Ψυχής κατά τον Μ. Αθανάσιο

Η Αθανασία της Ψυχής κατά τον Μ. Αθανάσιο

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ

Ο Μ. Αθανάσιος, στην πραγματεία του Περί Ενανθρωπήσεως, αναλύει διεξοδικά τα αίτια της ενσάρκωσης του Χριστού, του υιού του Θεού, από τον Πατέρα Του. Η ενανθρώπηση του θείου Λόγου απέβλεπε την επαναφορά και αναδημιουργία του ανθρώπινου γένους στην αρχική του κατάσταση, προκειμένου να ανακτηθεί η χαμένη «αθανασία» του και να επιτευχθεί η θέωση.  

Η οπισθοδρόμηση του ανθρώπου προς τα σκοτάδια της αμαρτίας και της απομάκρυνσής του από τον Λόγο του Θεού, η οποία ερμηνεύεται ως συνέπεια της πτώσης του εξαιτίας του προπατορικού του αμαρτήματος, αποτέλεσε την αφετηρία για την θεϊκή αυτή παρέμβαση. Ο άνθρωπος είχε αποξενωθεί πλέον από την θεϊκή ζωοποιό ενέργεια και από τον κόσμο της πραγματικότητας, επινόησε και θεοποίησε είδωλα και ζούσε σε ένα κόσμο φανταστικό, όπου κυριαρχούσε ο θάνατος, η φθορά και ο φόβος με συνέπειες οδυνηρές για τον προορισμό του.  

Ο Θεός, λοιπόν, εξαρχής από όλα τα δημιουργήματά του ξεχώρισε τον άνθρωπο, τον οποίο έπλασε κατ’ εικόνα του και τον προίκισε με τον Λόγο και τη θεία χάρη, ώστε αυτός να μπορεί να διακρίνει μεταξύ καλού και κακού, να μην παρασύρεται από τις σωματικές ορμές του και τις επαίσχυντες πράξεις και να απολαμβάνει μια ευτυχισμένη ζωή απαλλαγμένη από τον πόνο και τη στεναχώρια, αθάνατη και άφθαρτη στον παράδεισο. Αυτό το δώρο αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, το προνόμιο της «αθανασίας», με το αμάρτημα των πρωτοπλάστων, που είχε ως αποτέλεσμα την «ματαίωση» του θεϊκού σχεδίου, και την έκπτωσή τους από τον οίκο Του χάθηκε από ολόκληρη την ανθρωπότητα.  Το ανθρώπινο γένος με την καθοδική πορεία και την συνεχή ροπή του προς την ακολασία και την αμαρτία ήταν αδύνατο πλέον να αυτοπραγματωθεί και να φτάσει στην ανάκτηση της σωτηρίας του, την αθανασία και την συνέχιση της πορείας του για την ομοίωσή του με το Θεό με τις δικές του δυνατότητες.  

Ως Δημιουργός του ανθρωπίνου γένους ο Θεός δεν μπορούσε να παρακολουθεί αμέτοχος τον αναίσχυντο και καταστροφικό δρόμο που χάραξαν οι άνθρωποι, λόγω της αδυναμίας, του παραλογισμού και της κακίας τους και να αποβεί μάταιο το δημιουργικό του έργο. Η φιλευσπλαχνία Του για την λύτρωση της ανθρωπότητας φάνηκε και εκδηλώθηκε με την πρόνοιά Του αρχικά να στείλει προφήτες και αγίους προκειμένου να υπενθυμίζουν στον άνθρωπο το θέλημά Του, και  ακόμα περισσότερο με την ενανθρώπηση του Υιού του και την εμφάνιση του στη γη μέσα σε θνητό ανθρώπινο σώμα.  

Ο άνθρωπος χάνει την αθανασία του ως συνέπεια του αμαρτήματός του και είναι η «τιμωρία» που του επιβάλλεται επειδή παρενέβη το θείο νόμο. Ωστόσο, λόγω της παναγαθότητας του Θεού δεν θα μπορούσε παρά να  έχει προνοήσει για την ανανέωση του «κατ’ εικόνα» δημιουργήματός του στέλνοντας την «ίδια Του την εικόνα», δηλαδή τον Σωτήρα Χριστό. Ο Χριστός ενανθρωπίστηκε προκειμένου να καταφέρει να υπερνικήσει το θάνατο με τη θνητή φύση που του δόθηκε, έργο που θα ήταν αδύνατο να εκτελεστεί είτε από ανθρώπινη είτε από αγγελική παρέμβαση, και με τον τρόπο αυτό κατάφερε να αναδιαμορφώσει τον άνθρωπο, που είχε χάσει το θείο προσανατολισμό του και να τον επαναφέρει θυσιαζόμενος, μέσω της «άφεσης των αμαρτιών».  

Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ο Μ. Αθανάσιος στο Περί ενανθρωπήσεως έργο του πως ο λόγος της ενανθρώπησης ήταν να «υιοθετήσει» ο Θεός το δημιούργημά Του. Δηλαδή, με το να δώσει σάρκα στο Λόγο του γίνεται Πατήρ όχι μόνο του Χριστού αλλά και του ανθρώπινου είδους που δημιούργησε. Στο πρόσωπο του Υιού Του συνενώνει παράλληλα τη θεϊκή και την ανθρώπινη φύση έτσι, ώστε να αναδεικνύεται  η  δυνατότητα της θέωσης ως σίγουρο και εφικτό γεγονός. Επομένως, η αθανασία και η σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής αντιμετωπίζεται κατηγορηματικά και απόλυτα από τον συγγραφέα, ως αποτέλεσμα της θεραπείας του σώματος, αλλά και της ψυχής του έκπτωτου ανθρώπου από τη δράση Του να ενανθρωπήσει το Λόγο Του. Η έλευση του Χριστού σηματοδοτεί την επανεπίτευξη της αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής λυτρώνοντας τον ίδιο τον άνθρωπο, απαλλάσσοντάς τον δια παντός από την αμαρτία και τον θάνατο, επανεντάσσοντάς τον στο βασίλειο του Θεού.  

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το χριστιανικό έργο του Μ. Αθανασίου άγγιξε ζητήματα που αφορούσαν στη σχέση της ανθρώπινης ψυχής με το σώμα αλλά και τη δυνατότητα για την αθανασία του ανθρώπου. Για να επιτύχει να ερμηνεύσει τη θεώρησή του χρησιμοποιεί ορολογία που συναντάμε και στην ελληνική φιλοσοφία, εφόσον συγκαταλέγεται στους πατερικούς φιλοσόφους που κράτησαν μετριοπαθή προσέγγιση απέναντι στην αρχαία ελληνική σκέψη. Ωστόσο, την διαμόρφωσε και την προσάρμοσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενισχύσει την χριστιανική δογματική που ακόμα είχε ανάγκη για απαντήσεις.

taromanteia.gr

15/08/2021 2:59 μμ.
Διάφορα θέματα