Η Θέση του Μ. Αθανασίου για την Ανωτερότητα της Ψυχής

Η Θέση του Μ. Αθανασίου για την Ανωτερότητα της Ψυχής

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ο Μ. Αθανάσιος για την διατύπωση του δόγματος και της διδασκαλίας του Χριστιανισμού στηρίχθηκε στην «παράδοση», δηλαδή στις θεμελιώδεις αρχές που δίδασκαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες, οι οποίες ενισχύονται και από τα κείμενα της Αγίας Γραφής.  

Ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει στις απολογητικές πραγματείες του ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και πλάσθηκε «κατ’ εικόνα του». Η ανθρώπινη φύση είναι μία, ένα πρόσωπο. Απλά αποτελείται από δύο μέρη, το σώμα που είναι η ύλη και την ψυχή που είναι το πνεύμα. Το σώμα και η ψυχή λοιπόν συνυπάρχουν αρμονικά και κανένα από τα δύο δεν μπορεί να λειτουργήσει αυθύπαρκτο. Βασικό όργανο της νόησης θεωρείται η ψυχή του ανθρώπου, ενώ για το σώμα πύλη εισόδου αποτελούν οι αισθήσεις. Η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα υπόλοιπα άλογα όντα είναι η λογική. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της ψυχής, ένα δώρο που του χάρισε ο Θεός για να γνωρίσει τον Δημιουργό του και να αποκτήσει τη θεία γνώση.  Το λογικό, δηλαδή ο νους, δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να σκέφτεται πράγματα έξω από τον εαυτό του, να ενθυμείται γεγονότα από το παρελθόν, καθώς και να μπορεί να κρίνει προτού λειτουργήσει για να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.  

Ένα δεύτερο επιχείρημα του συγγραφέα είναι ότι τα άλογα επιδιώκουν την ικανοποίηση των πρόσκαιρων απολαύσεων και αναγκών τους λειτουργώντας ενστικτωδώς και με παρόρμηση χωρίς να μπορούν να υπολογίσουν τις συνέπειες με νοητικές διεργασίες. Αντίθετα η λογική, δηλαδή η ψυχή του ανθρώπου, τις περισσότερες φορές δεν παρασύρεται άμεσα από τις αισθήσεις του σώματος. Ο άνθρωπος εξετάζει τα δεδομένα των αισθήσεων με τον νου, που είναι το μοναδικό όργανο που μπορεί να κρίνει, πότε κάτι είναι βλαβερό και πότε όχι. Αφού παραθέσει με επιχειρήματα συγκρίσεις μεταξύ του νου και κάποιων άλλων αισθητηριακών οργάνων, ο Μ. Αθανάσιος, καταλήγει πως μόνο ο νους μπορεί να μας βεβαιώσει για την πραγματικότητα των αισθήσεων.  Οι αισθήσεις συνδέονται με το σώμα αρμονικά αρκεί να τις κατευθύνει ο ειδήμονας νους γιατί μόνο τότε η ψυχή αποκτά συνείδηση για τις ενέργειες και τις πράξεις του ανθρώπου. Για παράδειγμα, αναφέρει την αρμονία των χορδών στην λύρα που επιτυγχάνεται μόνον όταν τις αγγίξει κατάλληλα ένας ταλαντούχος μουσικός.  Η λογική ψυχή, λοιπόν, είναι αυτή που κατευθύνει το σώμα, το κυβερνά και το οδηγεί να ελέγχει τις αισθήσεις και τις φυσικές λειτουργίες του. Ισχυρίζεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή το σώμα έχει δημιουργηθεί για να καθοδηγείται από άλλον και όχι από τον εαυτό του. Συγκεκριμένα, παρομοιάζει το σώμα με το άλογο, που δεν «ζεύει» το ίδιο τον εαυτό του και παράλληλα, την ψυχή με τον αναβάτη του αλόγου, που είναι ο υπεύθυνος και έχει την εξουσία, ώστε να το καθοδηγήσει.  

Ένα επιπλέον επιχείρημα του Μ. Αθανασίου προσδοκεί να πείσει για την ανωτερότητα της ψυχής έναντι του σώματος. Αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να μπορεί να στοχάζεται μεταφυσικά (επουράνια), ενόσω το σώμα του είναι ξύπνιο και στην αντίθετη ικανότητά του, την ώρα που κοιμάται να αισθάνεται την δράση ή να ταξιδεύει ή να βρίσκεται με γνωστούς του, ακόμα και να κάνει προβλέψεις για το μέλλον. Εφόσον λοιπόν το σώμα είναι θνητό, η ζωή του στη γη είναι προσωρινή και οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονται μόνο τα επίγεια, φαίνεται πως είναι η ψυχή αυτή που προσδίδει τις παραπάνω ικανότητες στον άνθρωπο και που συνεπώς είναι αθάνατη, εφόσον ονειρεύεται τα αιώνια. Άρα η υπεροχή και η ανωτερότητα της ψυχής γίνεται αντιληπτή μέσω των υπερφυσικών σκέψεών της.  

Η ψυχή είναι η κινητήρια δύναμη που επιδρά στο σώμα και του δίνει ώθηση να εκτελεί όλες τις απαραίτητες κινήσεις. Η  ίδια όμως κινείται από μόνη της, είναι δηλαδή «αυτοκινούμενη», και με την κίνησή της προσφέρει ζωή στο σώμα. Επομένως, εφόσον η κίνηση έχει ταυτισθεί με την ζωή, συμπεραίνουμε ότι η ψυχή συνεχίζει να κινείται και μετά την απομάκρυνσή της από το σώμα, λόγω θανάτου του.   

Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που θεωρούσε το σώμα ως «μνήμα» και ως «φυλακή» της ψυχής, προκειμένου να τιμωρηθεί αυτή για αδικήματα που είχε διαπράξει στην προηγούμενη ζωή της, ο Μ. Αθανάσιος διδάσκει ότι το σώμα είναι βέβαια θνητό, αλλά όμως αποτελεί το οίκημα της «αθανάτου ψυχής», η οποία μεταδίδει το δικό της φως, την δική της ενέργεια, την δύναμη και την κίνηση σε όλο το σώμα. Αν αφαιρεθεί κάποιο μέλος του σώματος η ψυχή παραμένει ακέραια και συνεχίζει να δίνει κίνηση και ζωή στο λοιπό σώμα. Επομένως, η ψυχή ακόμα και όταν αποχωρήσει από το σώμα, συνεχίζει να ζει και ελεύθερη πλέον στην επουράνια ζωή, οι γνώσεις της για την αθανασία γίνονται ακόμα καθαρότερες και μπορεί να κατανοήσει καλύτερα την γνώση για τον Δημιουργό της, τον Λόγο του Θεού. Αντίθετα οι αισθήσεις μπορούν να βλέπουν μόνο τα επίγεια, επειδή το σώμα είναι θνητό.   

taromanteia.gr

15/08/2021 2:39 μμ.
Διάφορα θέματα